Apr 22, 2010

To Ατιτλο

Όταν μπήκαν επιτέλους μέσα στο σπίτι, το πρώτο που τους ήρθε ήταν η μπόχα, βούλωσαν τις μύτες με τις παλάμες και προχώρησαν σκουντουφλώντας, φοβούμενοι για το χειρότερο.

*****

Ο γιος της θυμόταν μια μητέρα αθόρυβη. Δε φώναζε, μαγείρευε μάλλον καλά, αγκάλιαζε φυσιολογικά. Οι λίγες φορές που τσακωνόταν με τον πατέρα του, ήταν κυρίως για τις χαρτοπετσέτες που παρατούσε εκείνος απάνω στο τραπέζι μυξωμένες. Η όταν την ξυπνούσε ο θρυμματισμός των παξιμαδιών στο στόμα του, κάθε φορά που τον έπιανε λόρδα το ξημέρωμα. Για τέτοια πράγματα.

Όταν άνοιξε το μαγαζί με τα υδραυλικά , του είπε «καλορίζικο», δηλαδή το απολύτως απαραίτητο. Το ίδιο κι όταν αγόρασε το σπίτι στην Τρίπολη. Όταν ανακαίνισε το σπίτι στο χωριό και την κάλεσε να περάσουν οικογενειακά το πρώτο εκείνο καλοκαίρι, είχε αγκαλιάσει τόσο θερμά το γιο της που τον αιφνιδίασε - του είχαν έρθει, θυμάται, δάκρυα στα μάτια. Όταν της ζήτησε δανεικά, τότε που φάνηκε πια πως είχε ανοιχτεί πολύ οικονομικά, άρχισε γι αυτόν μια περίοδος αναμονής, αμφιβολίας και δειλής ελπίδας, όπως όταν παίζεις ρουλέτα και δεν ξέρεις τι θα σου φέρει. Όταν κάποτε βαρέθηκε την αναμονή ήταν που αποφάσισε κιόλας να μην ασχοληθεί ξανά με τη μητέρα του πέρα από το απολύτως απαραίτητο.

Η νύφη της ήταν πανευτυχής. Όσο ευτυχισμένη μπορεί να είναι μια νύφη χωρίς πεθερικά. Τον πεθερό της δεν είχε προλάβει καν να τον γνωρίσει. Τη μέλλουσα πεθερά της την είχε δει μόλις δυο φορές πριν το γάμο, μια στον αρραβώνα και μια κάπου αλλού. Μέχρι να προλάβει να την αποτυπώσει, έφτασε η ώρα της τελετής. Θυμάται πως είχε αγκαλιάσει εγκάρδια μια γειτόνισσά τους, παραλίγο να την έλεγε «μητέρα», αν δεν αντιλαμβανόταν εγκαίρως τα μαγκωμένα βλέμματα.

Η εγγονή της τη θεωρούσε ούφο. Όταν την άφηναν καμιά φορά στο σπίτι της, η γιαγιά κάθιζε τη μικρή στα γόνατά της για να την ορμηνέψει. Της έλεγε λοιπόν για τον μπακάλη. Δεν ήταν ο κυρ-Μήτσος ο άκακος γεροντάκος που όλοι νόμιζαν. Στην πραγματικότητα ήταν εξωγήινος. Τον είχε δει μια μέρα που πήγε να ψωνίσει κριθαράκι, είδε την αντανάκλασή του στον καθρέπτη του παντοπωλείου πίσω απ΄το ταμείο, το κεφάλι του τρίγωνο και το μούτρο του μελιτζανί. Στην πραγματικότητα είναι όλοι συνωμότες, ακόμα και οι τοίχοι, έλεγε οι γιαγιά.

Η μικρή στην αρχή έκλαιγε. Όταν μεγάλωσε λιγάκι και ξεθάρρεψε, της έλεγε στα μούτρα πως όλα αυτά είναι βλακείες, είπε μάλιστα στους γονείς της ότι η γιαγιά είναι τρελή, ή ότι μάλλον αρχίζει και τα χάνει. Οι γονείς της έκαναν «χμ».

Ο εγγονός της της έμοιαζε πολύ. Αθόρυβο παιδάκι, έπρεπε να το κοιτάξεις πολλές φορές, μέχρι ν’ αποτυπώσεις το μουτράκι του, να μην το μπερδέψεις με άλλο κατά λάθος. Όταν μεγάλωσε αρκετά, ήταν απλά αδύνατο να το μπερδέψεις. Είχε κάνει αισθητή την παρουσία του σε όλη την κωμόπολη κάνοντας κόντρες με τη μηχανή, διανυκτερεύοντας μονίμως στο αστυνομικό τμήμα κι άλλα τεκμηριωμένα ή αναπόδεικτα. Η γιαγιά τον αγαπούσε. Ήταν ο μόνος που καθόταν κι άκουγε τις ιστορίες της. Ήταν κι ο πρώτος που έμαθε για τα παιδάκια της. Τα δικά της παιδάκια που τα έκρυβε στις γωνίες. Εννοείται ότι τον είχε ορκίσει να μην το πει πουθενά. Όταν έφευγε απ΄το σπίτι της του έχωνε χαρτονομίσματα στην τσέπη κι ο νεαρός έτρεχε περιχαρής να ψωνίσει μπάφο.

Οι παιδίατροι της Τρίπολης θυμούνταν μια κυρία καλοστεκούμενη. Ερχόταν ανήσυχη και με δάκρυα στα μάτια. Ήταν ανόρεχτα τα παιδάκια της, δεν έτρωγαν καθόλου. «Πες μου τί να κάνω, γιατρέ μου», τους εκλιπαρούσε. Κάποιοι ασυνείδητοι της έπαιρναν αμοιβή χωρίς απόδειξη και της έδιναν διάφορες πειραματικές δίαιτες. Κάποιοι με φιλότιμο την χτυπούσαν στην πλάτη απαλά και της έλεγαν «άντε, άντε, και τα παραχαϊδεύεις. Δεν παθαίνουν τίποτα, μην ξανάρθεις».

Ήταν και η περιπτερού από την οποία η γιαγιά αγόραζε τα περιοδικά. Ήταν εκείνη που ειδοποίησε τους δικούς της όταν η γιαγιά έκανε μέρες να φανεί, εκείνη που φοβήθηκε πως κάτι κακό συνέβη.

*****

Είχαν πάει οι τρεις τους.

Ο γιος μάλλον από τύψεις. Κόντευε δυο χρόνια να τη δει από κοντά.
Η νύφη για συμπαράσταση στον άντρα της.
Η εγγονή για να εκτιμήσει η γιαγιά το ενδιαφέρον της. Eστω και καθυστερημένα...

Το αντικλείδι τους δεν έπιασε, η γιαγιά είχε αλλάξει τις κλειδαριές. Χτύπησαν την πόρτα, ευγενικά στην αρχή, μην την αλαφιάσουν, επιτακτικά μετά, ανήσυχα στο τέλος. Τέλος, φώναξαν κλειδαρά.

Όταν μπήκανε επιτέλους μέσα στο σπίτι, το πρώτο που τους ήρθε ήταν η μπόχα, βούλωσαν τις μύτες με τις παλάμες και προχώρησαν σκουντουφλώντας, φοβούμενοι για το χειρότερο.

Δεν είχαν εντοπίσει ακόμα τη γιαγιά όταν άρχισαν σιγά σιγά να εστιάζουν στις πηγές τις δυσωδίας, που ήταν μικρές μεν, αλλά διασκορπισμένες σε πολλά σημεία και γωνίες. Ήταν κομμάτια τυρί φέτα που είχαν γίνει πράσινα, μορταδέλα και σαλάμι αέρος, στρογγυλά μουχλιασμένα ψωμάκια. Όλα αυτά τοποθετημένα απευθείας πάνω σε φωτογραφίες μικρών παιδιών, κομμένες από περιοδικά κι εφημερίδες. Ξανθά, μαυρούλικα, έδειχναν τα δοντάκια τους γελαστά, άλλα ήταν μουτρωμένα, άλλα γυμνά, άλλα σε κορνίζες.

Στην κρεβατοκάμαρα ήταν και η γιαγιά, ντυμένη και χτενισμένη, ως συνήθως, κι έβλεπε τηλεόραση.

«Δεν τρώνε», γύρισε μόνο και τους είπε.

8 comments:

X2 said...

Επαθα πλάκα Ρεντόν...Κειμενάρα....Νομίζεις ότι θα βρουνε τη γιαγιά πεθαμένη και διαπιστώνεις στο φινάλε ότι πεθαμένοι είναι οι ζωντανοί για εκείνη..."Δεν τρώνε". Από τις λίγες στιγμές που διαβάζεις κάτι και μενεις με την εντύπωση ότι έχει μιλήσει για τα πάντα.

renton said...

Σ' ευχαριστώ πολύ X2.

Giouli Anastasopoulou said...

AΨΟΓΟ ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΑ ΚΑΛΗ ΜΟΥ

Μαύρος Γάτος said...

΄Μάς κούφανες πάλι!!! Ευχάριστα... Υπέροχο Σ;ο))))

vangelakas said...

:-) σοῦπερ!

renton said...

@ γιουλάκι εμείς τα λέμε από κοντά.
@ γατούλη είμαι γαιδούρα. καταρχήν συγνώμη για την καθυστέρηση, κατά δεύτερον σ' ευχαριστώ.
@ βαγγελ σ' ευχαριστώ παρομοίως.

Lex Luthor said...

Δεν βρήκα και τόσο καλό το τέλος.

Η φροντίδα της γιαγιάς δεν βρήκε ανταπόκριση ούτε στον πραγματικό κόσμο ούτε στον φανταστικό (τον κόσμο των μισότρελων που σκαρφίζονται ιστορίες).

renton said...

Xoxoxo.

Ελληνιστί: χοχοχο

Ο Λούθορας έγινε συναισθηματικός. Αρέσκεται στα χάπι εντ.

Στη δεύτερη βερσιόν θα βάζω τη γιαγιά να τα φτιάχνει με τον Καραβάγγο και να πηγαίνουν στις κούνιες.