Apr 11, 2007

Η αρρώστια

Όταν άνοιξε τα μάτια, ήταν ακόμα σκοτάδι. Το τόσο πρωινό ξύπνημα ήταν αδιάψευστο σύμπτωμα τύψεων για ένα ακόμα χαμένο βράδυ. Η τελευταία αυτή εντύπωση επιβεβαιώθηκε όταν αντίκρισε το λάφυρο της χθεσινής νύχτας που κοιμόταν πλάι του, ροχαλίζοντας ελαφρά. Αποφάσισε να σηκωθεί.

Πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει καφέ. Ήταν γλυκό ξημέρωμα και προμήνυε μια όμορφη μέρα. Λίγο έλειψε μάλιστα να ξεχαστεί, όμως η ματιά του έπεσε, όμοια κι απαράλλακτα με κάθε μέρα, στον ηλεκτρικό στίφτη πορτοκαλιού. Και, όμοια κι απαράλλακτα, επανήλθαν οι τσιμπιές στην καρδιά κι ανάσανε με ανακούφιση - ήταν ακριβώς η αρρώστια του που τον κρατούσε ζωντανό.

"Να τον πάρουμε”, του τον είχε δείξει εκείνη με το δάχτυλο, «ηλεκτρικός στίφτης, οικογενειακός, καλύτερα απ΄το να μας βγαίνει η Παναγία με τον άλλον τον παλιό". Κι εκείνος είχε χαμογελάσει, που σιγά μη χαλούσε το πρωινό της ραχάτι για να σηκωθεί να του στίψει πορτοκαλάδα, όμως η λέξη «οικογενειακός» από μόνη της του είχε φανεί σαν επισφράγιση συμφωνίας. Και τον αγόρασαν. Δεν τον έβγαλε απ΄τη συσκευασία του, παρά αφού εκείνη είχε φύγει.

Κάθε δωμάτιο κι ένα κεφάλαιο της ιστορίας. Απορούν οι φίλοι, πώς ένας τόσο γνωστός γλύπτης επιμένει να κατοικεί στο ίδιο διαμέρισμα, σε μια μάλλον ύποπτη συνοικία. Σαφώς παραμένει πάντα του σεμνός και προσγειωμένος, καταλήγουν - άλλο αν εκείνη διέθετε μεν ταλέντο στο να διαβλέπει την υπόσχεση κι άλλο τόσο στο να την ακυρώνει.

Ο διάδρομος που βγάζει στο ατελιέ. Άκουγε τα βήματά της και είχε τα χέρια του σφιγμένα γύρω από ένα γύψινο λαιμό. Είχε περάσει ένας χρόνος και δε μπόρεσε τίποτα να φτιάξει, ούτε μία προτομή. Κι εκείνη ερχόταν και στεκόταν στο κούφωμα της πόρτας, φορώντας ένα νεγκλιζέ με χαλαρά τιραντάκια, σαν τη Λωρήν Μπακόλ, και κάπνιζε στάζοντας βολικά στη γλάστρα - αργότερα και στο πάτωμα ακόμα, τότε που είχε συνειδητοποιήσει για τα καλά ότι ο μποέμ δημιουργός ήταν στην πραγματικότητα ένας γεροντοκόρος με εμμονή με την καθαριότητα, συν τοις άλλοις, κι έπρεπε με κάποιο τρόπο να του ξεπληρώσει την απάτη. Δεν έλεγε τίποτα, μόνο καθόταν εκεί και τον κοίταζε κι τότε αυτός φοβόταν. Φοβόταν γιατί τα χέρια του είχαν πάρει πια το σχήμα του λαιμού και ήξερε πως μια της λέξη μόνο θα ‘φτανε. Μια μόνο λέξη.

Τη λέξη την είπε προτού βροντήξει πίσω της την πόρτα. "Ανίκανε!". Όχι, αυτό δεν ήταν υπόνοια για τη σεξουαλική τους ζωή. Θα είχε πολλές μαρτυρίες για την υπερεπάρκειά του, αν τα μοντέλα του ήταν σε θέση να μιλήσουν, και μάλλον το σεξ ήταν και το μοναδικό που την κράτησε κοντά του μέχρι τότε. Mα του έφτασαν οι επόμενοι μήνες για να τη βρει την άκρη.

Τότε που άρχισαν να τον γράφουν για πρώτη φορά οι στήλες. Των εικαστικών. Εκείνος που για έναν χρόνο δεν μπόρεσε τίποτε να ολοκληρώσει, έκανε τώρα έκθεση, και μάλιστα ατομική. Οι ηρωίδες του, οι εκφράσεις τους, ο τρόμος του θανάτου αποτυπωμένος σε γύψο, έκαναν αίσθηση σε κοινό και κριτικούς. Μα πού κρυβόταν τόσο καιρό τέτοιο ταλέντο; Τόσο βλάσφημα έργα τα έργα του που έγιναν αμέσως ανάρπαστα.

Εκείνη άραγε να τα διάβαζε αυτά; Μα τί σημασία είχε; Του είχε αφήσει την αρρώστια, σαν γλάστρα που μεγάλωνε με στάχτες.

Η Αλίκη Σεβαστάκη του χαμογελούσε τώρα απ΄το βάθρο της. Δεν ήταν ακριβώς χαμόγελο, μάλλον γκριμάτσα. Η πρώτη απευθείας του ανάθεση, τα εγκαίνια του θεάτρου "Αλίκη" θα γίνονταν σε μια εβδομάδα, "πρώτης τάξεως ευκαιρία να καθιερωθείς", είχε πει η ατζέντισσά του. Έπρεπε να φτιάξει ένα χαμόγελο και του έλειπε η πρώτη ύλη. Μάταια προσπαθούσε να το ξεσηκώσει από τα νοικιασμένα DVD, που τα έβλεπε μετά τα μεσάνυχτα με αρρωστημένη προσήλωση. Η κίνηση της σιαγόνας της νεκρής ηθοποιού, οι μυς που τεντώνονταν σε μια παρωδία χαμόγελου, μα όλα πλέον ήταν μια παρωδία, κι αυτός ένας α ν ί κ α ν ο ς, ή μήπως όχι, μα είχε άραγε σημασία, εκείνη είχε ήδη βγάλει την ετυμηγορία της κι αυτό ήταν παρήγορο, εδώ που τα λέμε, πώς να πορευτεί κανείς στη ζωή χωρίς να έχει κάποιο έστω στοιχείο για ν΄αρχίσει; Μια λανθασμένη, έστω, ετυμηγορία. Πόσων η ζωή δεν σφραγίστηκε από δικαστική πλάνη;

Σήμερα όμως ένιωθε ένα ρήγμα στην τόση σιγουριά του. Δεν ήξερε αν ήταν το τόσο γλυκό ξημέρωμα, δεν ήξερε αν έφταιγε η Σεβαστάκη και το γαμώγελό της, μα τί σκεφτόταν ο ηλίθιος όταν αποδεχόταν την ανάθεση, δεν ήταν αυτά πράγματα γι αυτόν, και φάνηκε μέχρι τώρα τόσο προσεκτικός. Οι μούσες του ήταν όλες φρέσκιες. Προπάντων μη αναγνωρίσιμες. Αλλά η Σεβαστάκη, η διάσημη ηθοποιός, το "χαμόγελο"... Η απάτη θα αποκαλυπτόταν σε μια βδομάδα με το τράβηγμα του πανιού.

Αν τουλάχιστον είχε σε κάτι να ελπίζει. Κάποτε να γύριζε εκείνη πίσω αποκαρδιωμένη από άλλες ακυρωμένες υποσχέσεις. Να του στιβε εκείνη τη γαμημένη την πορτοκαλάδα, που, στην τελική, ούτε που έπινε χυμούς πρωί πρωί, του έφερναν ξυνίλα, να τον ανακάλυπτε ξανά απ΄την αρχή κι ίσως να άλλαζε την ετυμηγορία της στην έφεση, ποιος ξέρει, σίγουρα ξημέρωνε μια ωραία μέρα κι εκείνος βούλιαζε όλο και πιο βαθιά στο ρήγμα.

Γύρισε στο υπνοδωμάτιο να διώξει την ξένη, για αρχή. "Σήκω" της είπε, όχι τόσο δυνατά όσο σκόπευε. Ήταν τύφλα το προηγούμενο βράδυ κι ούτε που θυμόταν από πού τη μάζεψε αυτήν, από τη γκαλερί που του σέρβιραν τη μπόμπα, από το δρόμο; Και σίγουρα η συγκεκριμένη δε θα του χρησίμευε σε τίποτα. Συνηθισμένο πρόσωπο, όπως την έβλεπε προφίλ, μάλλον χυδαίο, η κοπέλα τεντώθηκε και γύρισε προς το μέρος του κοιμισμένα, χαμογελώντας ειρηνικά.

Το χαμόγελο. Το χαμόγελο.

Τα φαντάσματα ξεχύθηκαν μεμιάς από το ρήγμα κι ο γλύπτης έκλαψε.

Την ώρα που έβαζε το μαντήλι με το χλωροφόρμιο στη μύτη της, μαλακά για να μην την ξυπνήσει, που άπλωνε τον υγρό γύψο στο πρόσωπό της με στοργή, σκεφτόταν πως η Αλίκη Σεβαστάκη θα αποκτούσε επιτέλους το χαμόγελό της, και πως όλα θα πήγαιναν καλά, και η μέρα ήταν όμορφη, όπως την είχε φανταστεί, και του πέρασε απ΄το μυαλό - για πρώτη ίσως φορά - ότι ναι, ήταν κι αυτός ι κ α ν ό ς, ήταν κι αυτός ικανός ν’ αγαπήσει.

8 comments:

Anonymous said...

Τι παθαίνει κανείς όταν μεσα στα μαύρα μεσάνυχτα τελειώνει το βιβλίο που διάβαζε, σηκώνεται για το κατούρημα, και κλείνοντας τον ξεχασμένο υπολογιστή, πέφτει πάλι πάνω στο συγγραφέα;
Μοίρα καλή για το συγγραφέα που δεν κοιμάται κι ανησυχεί για το μέλλον της λογοτεχνίας, μοίρα καλή και για τον αναγνώστη που το πρωί η Ελένη θα του φέρει τον καφέ στο κρεββάτι, το μεσημέρι η Γεωργία θα του 'χει έτοιμα τα σαρμαδάκια και το βράδυ η Ελευθερία θα τον πάει βαρκάδα στο βαθύ ποτάμι που το λεν Αχέροντα

δι' ευχών

Αλ (Καπόνε, Κάιντα, Κυονίδες, και τα ρέστα)

Κολοκύθι said...

Έπαθα χοντρή ζημιά με αυτό το κείμενο. Στην αρχή μου φάνηκε τόσο αποδιοργανωμένο που είπα δεν παίζει- αυτό δε το έχει γράψει η ρέντον.
Χωρίς όμως αυτή η αποδιοργάνωση να με χαλάει ξετυλίχτηκε τόσο όμορφα αργότερα που κάνει τη επιτηδευμένη σου γραφή ακόμα πιο συναρπαστική. Και επειδή δε καταφέρνω να εξηγήσω τι θέλω να πω κλείνω λέγοντας ότι μου άρεσε ΠΟΛΥ κυρίως γιατί μου αρέσουνε οι ξιπασμένοι – ξεπεσμένοι ήρωες. Δεύτερον γιατί είναι από τις φορές που γράφεις χωρίς στεγανά και τρίτον γιατί θυμήθηκα τον Χορν στη κάλπικη λύρα.

Αιολος said...

Πολύ χαίρομαι που σε κάνω παρέα τελικά...

Φιλια!

dr.Uqbar said...

Σίγουρα το έγραψες εσύ;
Χμμ...
Υπάρχει ένα πολύ μεγάλο άλμα από τι προηγούμενο κείμενο. Ή υπάρχει μεγάλη χρονική διαφορά μεταξύ τους ή κάτι σε επηρέασε συνταρακτικά.
Όποιος κι αν είναι ο λόγος, θα συμφωνήσω με το κολοκύθι για τους ξεπεσμένους ήρωες και για την απίστευτα γλυκιά κλιμάκωση. Και ωριμότητα; Ουχ. Πολλά είπα...

Really cool!

Helix Nebulae said...

Κάτι από το "Άρωμα" του Ζίσκιντ στο πιο "χειροπιαστό" του όμως.

Όταν "σπάει" ένα χαμόγελο ίσως θα έπρεπε να το βάζουμε στο γύψο για να ισιώσει...

renton said...

To keimeno afto to eixa sto myalo mou efta xronia. Ti sillipsi diladi. Ase pou eniotha poly perifani ke poly cool pou skeftika kati tetoio, mexri pou eida to House of Wax me ton Vincent Price opou o xaraktiras tou entine ptomata me keri ke ta eksethete! Ke eipa ME KLEPSANE gamoti!

Oso gia tin allagi tou styl, afto ofeilete a) sto gegonos oti pleon den anazito to styl. Afto mou etroge ti misi ora prin apofasiso na grapso, i anazitisi tou styl. Pleon tha katatheto kardia ke mountzoures. Kapoia stigmi tha antigrapso ki ena sxetiko apospasma pou me enepnefse apo to vivlio tou sinblogger alektora, alla afto otan gyriso apo Londino ke to exo brosta mou. Kai b) tetoia istoria de nomizo oti tha borouse me efkolia na apodothei me stroto grapsimo, outos i allos. Alla mallon ta strota mas teleiosan.

renton said...

"Ηταν ένας άνθρωπος που αντιμετωπιζε τα πράγματα με μια βαθιά ποιητικότητα. Δίδασκε για χρόνια σε μεγάλα πανεπιστήμια του εξωτερικού και τα έργα του ήταν ήδη γνωστά. Μια μέρα όμως, όπως μας εκμυστηρεύτηκε κάποτε, ξύπνησε και ανακάλυψε ότι "έγραφε τη μουσική κάποιου άλλου". Και τότε ξεκίνησε η μεγάλη του πολιτισμική και φιλοσοφική περιπλάνηση σε εξωδυτικούς πολιτισμούς και παραδόσεις, με μεγάλη θητεία στη μουσική της εγγύς και της άπω ανατολής.
...
Παρέδωσα την εργασία μου.
"Εντάξει είναι", είπε, αφού την εξέτασε προσεκτικά. "Εγώ στη θέση σου θα ήμουν ακόμα πιο τολμηρός. Μη διστάζεις να εισχωρείς βαθιά και να πειραματίζεσαι σε τόπους που τώρα ανακαλύπτεις. Κάνε ό,τι κάνει ένα παιδί στο οποίο δίνεις μια παλέτα κι ένα πινέλο. Παίξε με τα χρώματα, ανάμιξέ τα και, προπαντός, μη φοβάσαι να λερώσεις τα ρούχα σου".

(ο συνμπλόγκερ αλέκτορ δεν επιθυμεί την αναφορά του ονόματός του και του τίτλου του πονήματος)

terra.poeta said...

:)