Mar 18, 2011

Μετακόμιση

Το παρόν blog πιθανόν ολοκλήρωσε τον κύκλο του. Θα τα λέμε στο Ιστολόγιο της Λέσχης Δημιουργικής Γραφής ΓΟΜΟΛΑΣΤΙΧΑ.

Αστα λα βίστα.

Feb 28, 2011

Δύο γυναίκες

Η ευκαιρία της είχε παρουσιαστεί με τα μανταλάκια. Δεν το έκανε επίτηδες. Έσκυβε στο μπαλκόνι της να μαζέψει τα απλωμένα, την έπιανε ζαλάδα, της έπεφταν ένα δυο μανταλάκια απ΄τα χέρια, προσγειώνονταν στο μπαλκόνι της νοικάρισσας του ισογείου.

Ήταν τότε, μετά την αποβολή της, που ένιωθε πως πάταγε και δεν πάταγε στη γη. Που καμιά φορά έχανε τον κόσμο. Δεν πειράζει, της έλεγαν γνωστοί και φίλοι, έχετε όλον τον καιρό μπροστά σας, μα ούτε χρόνο παντρεμένοι δεν κλείσατε καλά καλά. Εκείνος την είχε προσέξει πολύ, της είχε σταθεί. Του ήταν ευγνώμων.

Όταν ήρθαν οι ένοικοι του ισογείου, μια κοπέλα και ο φίλος της, ήταν ακόμα στο νοσοκομείο. Της το είπε η μητέρα της όταν γύρισε σπίτι. Η μητέρα της ήταν η ιδιοκτήτρια της πολυκατοικίας, νοίκιαζε τρία διαμερίσματα. Πρωτοείδε την καινούργια ενοικιάστρια κανα μήνα αργότερα, καθώς περίμενε το ασανσέρ. Αλληλοσυστήθηκαν. Χάρηκαν στη διαπίστωση ότι ήταν συνάδελφοι, καθηγήτριες αγγλικών. Αν και σίγουρα το ήξεραν και οι δύο από πριν, η μητέρα της δεν ήταν διόλου φειδωλή στα λόγια όσο αφορούσε στα οικογενειακά κατορθώματα. Ευχήθηκε στην κοπέλα καλή διαμονή. Κι εκείνη τη ρώτησε «Μήπως χάνεις τίποτα μανταλάκια τελευταία; Έχω κάνει συλλογή». Ναι, φυσικά, χαχα. Αδέξια, όχι αστεία. Μήπως ήθελε να πάει μισό λεπτό μέσα να της τα φέρει; Όχι, καλέ, μην τη βάζει τώρα σε κόπο. «Αφησέ τα στη σκάλα, αύριο, μεθαύριο, και θα τα πάρω».

Την ώρα που ανέβαινε στον όροφό της, αναρωτήθηκε γιατί δεν περίμενε την κοπέλα να της δώσει τα μανταλάκια επί τόπου. Γιατί την έπιασε ξαφνικά ταχυκαρδία, εκεί στο ξένο κατώφλι, τόσο που δεν μπορούσε να περιμένει ένα λεπτό.

Είχε γυρίσει για τα καλά στην καθημερινότητά της. Τα πρωινά κοιμόταν μέχρι αργά. Η μητέρα της, που έμενε στον αποκάτω όροφο, εννοούσε να την αντιμετωπίζει σαν ανήμπορη. Της μιλούσε γλυκά, της μαγείρευε, της καθάριζε το σπίτι. Στην αρχή η κόρη είχε δυσανασχετήσει, αλλά τελικά αφέθηκε στην φροντίδα της. Τα απογεύματα πήγαινε στο φροντιστήριο να κάνει σε παιδάκια αγγλικά. Της έκανε καλό να βλέπει παιδιά, παρά τους αρχικούς της φόβους. Κατά περίεργο τρόπο βοηθούσαν να κλείσει η πληγή πιο εύκολα.

Τα βράδια πήγαιναν με τον σύζυγό της βόλτα στη μαρίνα. Έτρωγαν καμία κρέπα ή χοτ ντογκ και συζητούσαν. Κατά τις έντεκα γυρνούσαν σπίτι. Περίμεναν το ασανσέρ μπροστά από την πόρτα των ενοίκων του ισογείου. Μια βραδιά άκουσαν από μέσα να σπάει κάτι βαρύ. Και μετά σιγή. «Μάλλον έσπασαν την τηλεόραση», είπε ο άντρας της και κούνησε το κεφάλι του με αποδοκιμασία. Δε ήταν η πρώτη φορά που άκουγε κάτι τέτοιο.

Τα μανταλάκια συνέχισαν να της πέφτουν από τα χέρια. Όμως δεν τα ξαναβρήκε αφημένα στη σκάλα για να τα πάρει. Δοκίμασε την τύχη της αφήνοντας να της πέσουν πετσετάκια κουζίνας και, μετά από έναν εύλογο δισταγμό, ένα δαντελένιο κυλοτάκι. Τα βρήκε όλα πλυμένα και σιδερωμένα σε μια σακούλα στα χέρια της μητέρας της «μου τα έφερε η νοικάρισσα του ισογείου, χθες που ήρθε για τα κοινόχρηστα, μα καλά, γιατί δε μου λες να σου μαζεύω εγώ την μπουγάδα, αν δεν αισθάνεσαι καλά;»

Είναι μερικές ευκαιρίες στη ζωή που απλώς τις χάνεις.

Συνέχισε να ξυπνάει αργά. Να βρίσκει το πρωινομεσημεριανό της έτοιμο. Αυγά ποσέ. Ομελέτα στραπατσάδα. Φέτες ψωμί με ταχινόμελο. Συνέχισε να πηγαίνει στο φροντιστήριο στις πέντε. Η ιδιοκτήτρια την έπιανε ιδιαιτέρως και της έλεγε ότι η αμοιβή της θα καθυστερούσε λίγο ακόμα γιατί οι-γονείς-δεν-εχουν-να-πληρώσουν-με-αυτή-την-κρίση-κι-εγώ-δεν-μπορώ-να-πιέζω-συνοικιακό-φροντιστήριο-είμαστε. Εκείνη έλεγε «τέλος πάντων». Τα παιδιά της έσπαγαν τα νεύρα. Στα διαλείμματα έπιανε κουβέντα με τη γαλλικού που ήταν η καλύτερή της φίλη. Καμιά φορά πήγαιναν για σουβλάκι μετά το μάθημα. Έπαιρνε τον σύζυγό της στο κινητό και τον ειδοποιούσε, για να ξέρει πως είναι με τη φίλη της και πως θα αργήσει.

Όταν περίμενε το ασανσέρ μπροστά από την εξώπορτα των ενοίκων του ισογείου, άκουγε από μέσα κούφια χτυπήματα, έβλεπε με τα μάτια της φαντασίας της τασάκια και παντόφλες να εκσφενδονίζονται στον τοίχο, συνοδεία κραυγών «στο διάολο μαλάκα σε σιχάθηκα», «άει γαμήσου καριόλα», «να πας να γαμηθείς εσύ». Την ώρα που ο θάλαμος την ανέβαζε ασφαλή στον όροφό της, άκουγε την εξώπορτα στο ισόγειο να κλείνει με κρότο, προφανώς ο άντρας έβγαινε έξω για να ηρεμήσει ή να πικάρει τη φιλενάδα του, όπως θέλουν να σκέφτονται οι γυναίκες, και εκείνη, πάντα ασφαλής, έτοιμη να μπει στο διαμέρισμά της, ένιωθε τα θεμέλια της πολυκατοικίας να τρέμουν, όπως το ηφαίστειο που είναι έτοιμο να ξεράσει λάβα, η άλλη στο ισόγειο έκλαιγε με λυγμούς και οι λυγμοί της προκαλούσαν σεισμικές δονήσεις. «Αυτοί εκεί κάτω μια μέρα θα σκοτωθούν» έλεγε στον άντρα της, όταν ξάπλωναν στο κρεβάτι τους, «σιγά μη σκοτωθούν, τώρα που ερχόμουν τους άκουγα να το κάνουν, ακόμα κι όταν βγάζουν τα μάτια τους πρέπει να το ξέρει όλη η πολυκατοικία». Εκείνη χαμογελούσε, όπως χαμογελούσε στα παιδιά όταν έκαναν κάποια αταξία. Και χωνόταν στην αγκαλιά του άντρα της για να την πάρει ο ύπνος.

Υπνος-πρωινομεσημεριανό-φροντιστήριο-βόλτα-σουβλάκι-κρέπα-χοτ-ντογκ-οι-τσακωμοί-των-κάτω-ύπνος. Και όνειρα που βούλιαζαν σε κάτι υγρό και κολλώδες και ζωντανό, τόσο ζωντανό, που, μα την αλήθεια, πιο ζωντανά έκανε τα όνειρά της απ’ την πραγματικότητα.

Μια μέρα, συνάντησε τη νοικάρισσα του ισογείου στην είσοδο της πολυκατοικίας. Είχαν περάσει μήνες, η άλλη είχε βαρύνει, είχε στρουμπουλέψει. «Ξέρεις», της είπε η νοικάρισσα κάπως μαγκωμένα, «δε θα μείνουμε για πολύ καιρό ακόμα στην πολυκατοικία. Είμαι έγκυος και θα χρειαστώ βοήθεια με το μωρό. Θα μετακομίσουμε αλλού, κάπου πιο κοντά στη μητέρα μου. Είμαστε λίγους μήνες εδώ, το ξέρω, ήταν όμως απρόοπτο». Μα τι λέτε τώρα. Αυτά τα πράγματα είναι πολύ ευχάριστα. Θα λυπηθούμε βέβαια που θα φύγετε, αλλά πάνω απ΄όλα το μωρό.

Μια Κυριακή του Σεπτέμβρη οι ένοικοι του ισογείου έφυγαν. Είχαν έρθει οι μεταφορείς, τους έβγαζαν τα πράγματα από το παράθυρο, η μητέρα της γκρίνιαζε, ωραία πράγματα, να ρχονται και να φευγουν οι ένοικοι πατ κιουτ, και ποιος ξέρει τι ζημιές να κάνανε εκεί μέσα, κι όμως στην αρχή της είχαν γεμίσει το μάτι, πώς γελάστηκε έτσι αυτή. Τους έβλεπε στα σκαλιά να φεύγουν κι ακουγόταν από το πίσω τετράγωνο μια λατέρνα, σα να ‘ταν ελληνική ταινία του εξήντα, ο άντρας κρατούσε την κοπέλα από τον ώμο προστατευτικά, θα την παντρευόταν, θα κάνανε το μωράκι τους, θα βρίσκανε τον τρόπο να μονοιάσουν.

Περίμενε λιγάκι. Έπειτα κατέβηκε κάτω να ανοίξει το σπίτι, να αεριστεί, είχε ζητήσει απ΄τη μάνα της τα κλειδιά. Προς μεγάλη της απογοήτευση, ήταν απλά ένα άδειο σπίτι. Κανένα σημάδι ότι μέχρι πριν λίγες ώρες έμεναν άνθρωποι εκεί. Κανένα σημάδι στους τοίχους, χτυπούσαν με τον τρόπο τον μπάτσων, χωρίς να αφήνουν πληγές. Στο υπνοδωμάτιο στάθηκε μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη της ντουλάπας. Έμεινε να τον κοιτάζει ώρα πολλή.

Και μετά άνοιξε επιτέλους τα παράθυρα διάπλατα. Έπρεπε οπωσδήποτε κάποια πράγματα να γίνουν μέχρι το επόμενο «ενοικιάζεται». Η λατέρνα ακουγόταν ακόμη.

Aug 2, 2010

Μικρή ιστορία του Φαρ Ουέστ

Τη νύχτα της 18ης Αυγούστου 1886 είχε πανσέληνο. Δεν θα ξεχνούσε πώς η αράχνη του τοίχου, λίγα εκατοστά από τη μύτη της, κινούνταν κάτω από μια δέσμη φωτός, γαλήνια, ολως αδιάφορη στα ουρλιαχτά, τους πυροβολισμούς, το εκκωφαντικό τρίξιμο του κρεβατιού, και πώς η καρδιά της λειασμένη άνοιξε να χωρέσει πιο ανώδυνα τη συμφορά.

Τη νύχτα της 18ης Αυγούστου 1886 η Μπέτυ Τζην έχασε τους γονείς της, τα αδέλφια της, το κτήμα τους και την αξιοπρέπειά της. Ίσως να έχασε και κάτι άλλο που τότε δε μπορούσε να μαντέψει – γεγονός ήταν πως γλίτωσε τη ζωή της. Ίσως ο Μαύρος Τζο εκτίμησε τις μελαχρινές της μπούκλες και την πλακουτσωτή της μύτη, σαν Ινδιάνας, το γεγονός πως δεν ήταν μυξοπάρθενη, αλλά μπορούσε να υποδυθεί μέχρι και πειστικό πάθος κάτω από εφτά, οκτώ συμμορίτες, ώστε την πήρε μαζί του ν’ ακολουθήσει τη ζωή του παρανόμου.

Ήταν ο υπ’ αριθ.1 καταζητούμενος στην πολιτεία. Εκεί που την είχε δίπλα του και κοιμόταν στο πάτωμα, γύριζε και της πάταγε καμιά κλωτσιά, να βεβαιωθεί ότι ήταν πράγματι εκεί κι ότι δεν το χε σκάσει μες στη νύχτα. Όταν πήγαινε στις εξορμήσεις, την έδενε απ΄το λαιμό σε έναν πάσσαλο στον καταυλισμό τους και την άφηνε εκεί. Κάποιες φορές ξέχναγε να της βάλει νερό και την έβρισκε μισοπεθαμένη.

Αργότερα δεν την έδενε πια. Της έλεγε απλά «κάτσε» κι εκείνη καθόταν. Της έλεγε «έλα» κι εκείνη ερχόταν. Της επέτρεπε να ανακατεύεται και στην κουζίνα.

Η ζωή κυλούσε αρμονικά. Ο Μαύρος Τζο είχε βρει μια γυναίκα να αγαπήσει, η Μπέτυ Τζην είχε βρει έναν άντρα να προσέχει. Του τα είχε όλα πλέον στην εντέλεια, καθάρισμα, μαγείρεμα, ταίσμα αλόγων, και κατά το σούρουπο έβγαινε στο ξέφωτο και αγνάντευε. Έλεγαν πως τον περίμενε πώς και πώς να γυρίσει από τις εξορμήσεις.

Ένα ξημέρωμα, μετά από έντεκα χρόνια παρανομίας κι ανέφελης ζωής, ο καταυλισμός ξύπνησε από τα ουρλιαχτά της. Όταν οι σύντροφοί του όρμησαν στη σκηνή του, βρήκαν τη Μπέτυ Τζην να οδύρεται πάνω από τον Μαύρο Τζο, καρφωμένο με μαχαίρι στην καρδιά.

Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία πως ήταν κακόβουλη ενέργεια, πως κάποιος τιποτένιος σύρθηκε τη νύχτα στη σκηνή τους και του την έφερε μπαμπέσικα. Έγιναν ανακρίσεις, ο ένοχος δε βρέθηκε ποτέ. Όλοι λυπήθηκαν τη Μπέτυ Τζην που είχε χάσει τη λαλιά της – ο Μαύρος Τζο θα την παντρευόταν με το νέο φεγγάρι.

Μετά κανείς δεν ξέρει τι απόγινε η Μπέτυ Τζην. Κάποιοι λεν ότι αποτρελάθηκε και πήγε κι έπεσε στο ποτάμι. Κάποιοι λεν ότι έγινε πόρνη στα σύνορα, άλλοι λεν ότι την είδαν να ληστεύει τραίνα με πιστόλι. Άλλοι λεν πως πήγε στην Ευρώπη.

Οι γιαγιάδες, που είναι γυναίκες αυτές και ξέρουν, λένε πως το αίμα με αίμα ξεπλένεται και πως η νύχτα της 18ης Αυγούστου 1886 έψαχνε τρόπο να ξεπληρωθεί. Αλλά ποιος ακούει παλαβές γυναίκες.

Jun 28, 2010

Συνδικαιούχος

Περπατούσε στα ροζ και κίτρινα πλακάκια της Πανεπιστημίου. Το ροζ μελανιασμένο από το σφυροκόπημα και τη βρώμα και το κίτρινο κοτλέ, να καταπίνει τα τακούνια. Εκείνη φορούσε τσόκαρα, μαύρα κι ορθοπεδικά. Κλοπ κλοπ κλοπ. Ήταν καινούργια κι είχαν σκληρή ξύλινη σόλα. Κλοπ κλοπ κλοπ. Πως προτιμούσε τα παλιά της παπούτσια, τα καφέ. Πώς τη βόλευαν. Όμως δε μπορούσε να τιμήσει με αυτά τον μακαρίτη, της είχε πει η αδελφή της. Κλοπ κλοπ κλοπ έκαναν τα τσόκαρα στο λιθόστρωτο όταν τον συνόδευε στο νεκροταφείο.

Ζέστη έκανε πολλή. Είχε πάρει το λεωφορείο από την αφετηρία. Πάντα από την αφετηρία, έπιανε την πίσω θέση. Δίπλα της και μπροστά της δεν καθόταν ποτέ κανείς. Έτσι έγινε και σήμερα. Κατέβηκε στο Σύνταγμα. Τώρα πήγαινε στην τράπεζα. Κόσμος πολύς ερχόταν αντίθετα, όταν την έβλεπαν άνοιγε το ρεύμα στα δύο να περάσει, όπως η Ερυθρά Θάλασσα μπροστά στον Μωυσή. Κλοπ κλοπ.

Στην κηδεία πήγαινε μόνη μπροστά, ακολουθούσε το φέρετρο. Ο πολύς κόσμος, δηλαδή τι πολύς, πέντε-δέκα άνθρωποι, την ακολουθούσαν από απόσταση. Σαν σώμα φαίνονταν από μακριά, με μακρουλό κεφάλι, μέση ολόλεπτη και τεράστια λεκάνη. Η δικιά της λεκάνη ήταν στενή, ήταν στενή ολόκληρη, σα σωλήνας, πέρα από τα απολύτως αναγνωριστικά εξογκώματα, πεσμένα πια κι αυτά κι αφομοιωμένα από την ηλικία και την αχρηστία. Ίσως να έφταιγε το μαύρο τσίτι για την αφομοίωση, αυτό που τα τελευταία χρόνια το μαντάριζε όλο και τη στένευε.

Εξαφανίστηκε μέσα στην περιστρεφόμενη πόρτα.

Το υποκατάστημα της τραπέζης ανέδιδε ένα έντονο άρωμα χώρου βανίλια που προσπαθούσε μάταια να καλύψει μια άλλη μυρωδιά, μούχλας, κιτρινίλας που έφερνε κάπως σε πορδή. Θα είχε σίγουρα ξινίσει τα μούτρα της, αν μπορούσε να μυρίσει.

Πήρε χαρτάκι με τον αριθμό 125.

Με το που κάθησε, οι δυο κυρίες που κάθονταν πίσω και δίπλα της σηκώθηκαν σαν αυτόματα και μετά από σύντομη όρθια αμηχανία, βρήκαν καθίσματα αλλού. Εκείνη κοίταζε τη φωτεινή επιγραφή που έδειχνε τους αριθμούς και τα ταμεία. Είναι κάποιοι που κοιτάν τη φωτεινή επιγραφή με πραγματική προσήλωση και προσπαθούν να κάνουν νοερούς συνδυασμούς: 1 + 2 + 5 = οκτώ, αδιάφορο το οκτώ, αν όμως συνδυαστεί με το ταμείο νούμερο 3, τότε μας βγάζει έντεκα. «Έντεκα!» σκέφτεται ο πελάτης, «έντεκα είναι η ηλικία της μικρής μου κόρης!» και χαμογελά, καλός οιωνός, δε θα του τα ζαλίσει η υπάλληλος με τα διαδικαστικά, θα του επιτρέψουν την ανάληψη απ΄το δάνειο - και είναι πολύ πιθανό να έχει δίκιο.

125 -> 2

Πήγε στο ταμείο νούμερο 2 κι έτεινε το βιβλιάριο στον ταμία.

«Θέλω να δω πόσα έχει μέσα».

Πώς δεν ήξερε πόσα είχε μέσα. Κάπου πενήντα χιλιάδες ευρώ. Ίσως και παραπάνω. Οικονομίες μιας ζωής. Όχι πως είχαν κοπιάσει ιδιαίτερα. Παιδιά σκυλιά δεν είχαν. Λιγοφάγοι και οι δυο, δυο φαγητά την εβδομάδα κι αν, από αυτά που διατηρούνται. Ούτε είχαν εξόδους, ούτε καινούργια ρούχα. Ούτε τον κοίταξε καμιά Βουλγάρα τον άντρα της σαν αρρώστησε. Σαν μοναχά τους μαζεύονταν τα χρήματα, σα σπόρια, ένα ένα, και τώρα ήρθε ο καιρός της καταμέτρησης και συγκομιδής. Καταρχήν χρωστούσε στην αδελφή της δεκαπέντε ευρώ για τα καινούργια τσόκαρα, τα μαύρα.

Ο ταμίας την κοίταξε πίσω απ΄το τζάμι. «Δεν είναι δικό σας το βιβλιάριο».

«Είναι του άντρα μου. Δηλαδή ήταν. Πέθανε.». Έσπρωξε την ταυτότητά της προς το μέρος του υπαλλήλου για να βεβαιωθεί.

Ο ταμίας κοίταξε ξανά, πότε το βιβλιάριο, πότε την ταυτότητα. «Μισό λεπτό παρακαλώ». Σηκώθηκε έχοντας στα χέρια του τα έγγραφα και χώθηκε σε ένα διαχωριστικό.

Γύρισε σχεδόν αμέσως. «Ελάτε μαζί μου».

Άρχισαν να τη ζώνουν τα φίδια. Δεν τους ήξερε, αλλά τώρα άρχισε να καταλαβαίνει. Ήταν που την είδαν με λεφτά.

Το γραφείο του προϊστάμενου ήταν κρυμμένο από το κοινό. Ήταν μεγάλο και ξύλινο. Της έδειξαν μια καρέκλα να καθίσει. Ο προϊστάμενος φαινόταν καλός άνθρωπος. Σα να μαζεύτηκε λίγο όταν εκείνη κάθισε, αλλά φαινόταν καλός. Τη ρώτησε αν ήθελε κάτι να πιει κι εκείνη ένευσε αρνητικά.

«Απ΄ότι μου είπε ο συνάδελφος, θέλετε να κάνετε ανάληψη».
«Θέλω να δω τα λεφτά μου, πόσα έχει μέσα»
«Απλά έχουμε ένα μικρό πρόβλημα».
«Είμαι η σύζυγός του. Σας έδειξα ταυτότητα».
«Ναι, απλά δε σας έχει συνδικαιούχο. Στο βιβλιάριο. Εάν δεν είστε συνδικαιούχος δεν μπορείτε να κάνετε κίνηση, ούτε ενημέρωση, ούτε ανάληψη.»
«Δε σας καταλαβαίνω».

Ρέγγες, γαύροι, σαρδέλες. Έχουν λάδι ωμέγα 3. Φακές, ρεβύθια, φάβα. Τα όσπρια κάνουν καλό κι έχουν πρωτεϊνες. Και διατηρούνται μέρες στο ψυγείο. Τι παραπάνω ήθελε να τρώει. Γι αυτό έφτασε στα εβδομήντα και είναι κοτσονάτη. Όλοι οι άλλοι με ουρικά και τριγλυκερίδια. Και κατεβάζουν γάλα τα όσπρια, πολύ γάλα. Σάμπως τι το κανε αυτή το γάλα;

«Ναι, έχετε δίκιο, αλλά πώς να σας το πω…Δυστυχώς τα πιστωτικά ιδρύματα, οι τράπεζες δηλαδή, εμείς…υπάρχουν κάποιοι κανόνες, κάποιες διαδικασίες. Θέλω να πω εάν δεν είστε συνδικαιούχος, αν δεν είναι το όνομά σας γραμμένο στο βιβλιάριο, προς το παρόν …»

Ούτε στο κουδούνι της εξώπορτας ήταν γραμμένο. Ούτε στους λογαριασμούς. Ούτε στα προσκλητήρια για γάμους και βαφτίσια. Σάμπως δεν ήξερε τόσα χρόνια το σωστό και το πρέπον.

«….δεν έχετε δικαίωμα στα χρήματα».

Που κάτω απ΄το λιοπύρι μάζευαν με τα χέρια τα μπάζα απ΄τα θεμέλια του σπιτιού για να γλιτώσουν χρήματα. Και τώρα της λένε πως δεν της ανήκουν, δεν της ανήκουν.

«Μη με παρεξηγείτε», θέλησε γρήγορα να διορθώσει ο προϊστάμενος, «δεν είναι ακριβώς έτσι. Είστε νόμιμη κληρονόμος κι αφού ολοκληρωθούν κάποια διαδικαστικά, και μετά τη νόμιμη παρακράτηση, δικαιούστε τα χρήματα, περίπου τα μισά. Απλά μέχρι να ολοκληρωθούν τα διαδικαστικά αυτά…».

Ήταν η κυρά Σοφία που έμενε στον κάτω δρόμο. Την συναντούσε συχνά στο λεωφορείο τα Σάββατα που πήγαιναν στη λαϊκή. Και ξαφνικά δεν την έβλεπε πια. Μετά από κανα τρίμηνο μονάχα, μαυροντυμένη, και να χει μείνει η μισή. Είχε χάσει το μεγάλο της γιο σε τροχαίο. «Σώπα καημένη Σοφία και μη σπαράζεις, σου έμεινε κι ένας μικρός». Την είχε κοιτάξει η άλλη, δεν είχε πει τίποτα.

Τώρα την καταλάβαινε που της έμειναν κι κι αυτηνής τα μισά. Μια ζωή για τα μισά.

1+2+5+2=10

Μέσα σε δέκα λεπτά είχαν συμβεί τα πάντα, η αναμονή, το ταμείο, ο λόγος του προϊστάμενου, η νευρική κρίση, η κλήση του ΕΚΑΒ. Εκείνη βέβαια δεν είχε προσέξει το μοιραίο άθροισμα αφού ποτέ της δεν πρόσεχε τίποτα. Το παραλήρημά της για κάποιο παιδί που χάθηκε θα έφερνε σε απόγνωση την αδελφή της, τη μόνη που θα τη φρόντιζε μέχρι το θάνατό της. Ίσως όμως, ίσως, στο τέλος είχε γίνει δικαιούχος, κάτι όμορφου και σπασμένου κι ολόδικού της παρόλο που δεν το είχε ποτέ.

Jun 21, 2010

Apr 22, 2010

To Ατιτλο

Όταν μπήκαν επιτέλους μέσα στο σπίτι, το πρώτο που τους ήρθε ήταν η μπόχα, βούλωσαν τις μύτες με τις παλάμες και προχώρησαν σκουντουφλώντας, φοβούμενοι για το χειρότερο.

*****

Ο γιος της θυμόταν μια μητέρα αθόρυβη. Δε φώναζε, μαγείρευε μάλλον καλά, αγκάλιαζε φυσιολογικά. Οι λίγες φορές που τσακωνόταν με τον πατέρα του, ήταν κυρίως για τις χαρτοπετσέτες που παρατούσε εκείνος απάνω στο τραπέζι μυξωμένες. Η όταν την ξυπνούσε ο θρυμματισμός των παξιμαδιών στο στόμα του, κάθε φορά που τον έπιανε λόρδα το ξημέρωμα. Για τέτοια πράγματα.

Όταν άνοιξε το μαγαζί με τα υδραυλικά , του είπε «καλορίζικο», δηλαδή το απολύτως απαραίτητο. Το ίδιο κι όταν αγόρασε το σπίτι στην Τρίπολη. Όταν ανακαίνισε το σπίτι στο χωριό και την κάλεσε να περάσουν οικογενειακά το πρώτο εκείνο καλοκαίρι, είχε αγκαλιάσει τόσο θερμά το γιο της που τον αιφνιδίασε - του είχαν έρθει, θυμάται, δάκρυα στα μάτια. Όταν της ζήτησε δανεικά, τότε που φάνηκε πια πως είχε ανοιχτεί πολύ οικονομικά, άρχισε γι αυτόν μια περίοδος αναμονής, αμφιβολίας και δειλής ελπίδας, όπως όταν παίζεις ρουλέτα και δεν ξέρεις τι θα σου φέρει. Όταν κάποτε βαρέθηκε την αναμονή ήταν που αποφάσισε κιόλας να μην ασχοληθεί ξανά με τη μητέρα του πέρα από το απολύτως απαραίτητο.

Η νύφη της ήταν πανευτυχής. Όσο ευτυχισμένη μπορεί να είναι μια νύφη χωρίς πεθερικά. Τον πεθερό της δεν είχε προλάβει καν να τον γνωρίσει. Τη μέλλουσα πεθερά της την είχε δει μόλις δυο φορές πριν το γάμο, μια στον αρραβώνα και μια κάπου αλλού. Μέχρι να προλάβει να την αποτυπώσει, έφτασε η ώρα της τελετής. Θυμάται πως είχε αγκαλιάσει εγκάρδια μια γειτόνισσά τους, παραλίγο να την έλεγε «μητέρα», αν δεν αντιλαμβανόταν εγκαίρως τα μαγκωμένα βλέμματα.

Η εγγονή της τη θεωρούσε ούφο. Όταν την άφηναν καμιά φορά στο σπίτι της, η γιαγιά κάθιζε τη μικρή στα γόνατά της για να την ορμηνέψει. Της έλεγε λοιπόν για τον μπακάλη. Δεν ήταν ο κυρ-Μήτσος ο άκακος γεροντάκος που όλοι νόμιζαν. Στην πραγματικότητα ήταν εξωγήινος. Τον είχε δει μια μέρα που πήγε να ψωνίσει κριθαράκι, είδε την αντανάκλασή του στον καθρέπτη του παντοπωλείου πίσω απ΄το ταμείο, το κεφάλι του τρίγωνο και το μούτρο του μελιτζανί. Στην πραγματικότητα είναι όλοι συνωμότες, ακόμα και οι τοίχοι, έλεγε οι γιαγιά.

Η μικρή στην αρχή έκλαιγε. Όταν μεγάλωσε λιγάκι και ξεθάρρεψε, της έλεγε στα μούτρα πως όλα αυτά είναι βλακείες, είπε μάλιστα στους γονείς της ότι η γιαγιά είναι τρελή, ή ότι μάλλον αρχίζει και τα χάνει. Οι γονείς της έκαναν «χμ».

Ο εγγονός της της έμοιαζε πολύ. Αθόρυβο παιδάκι, έπρεπε να το κοιτάξεις πολλές φορές, μέχρι ν’ αποτυπώσεις το μουτράκι του, να μην το μπερδέψεις με άλλο κατά λάθος. Όταν μεγάλωσε αρκετά, ήταν απλά αδύνατο να το μπερδέψεις. Είχε κάνει αισθητή την παρουσία του σε όλη την κωμόπολη κάνοντας κόντρες με τη μηχανή, διανυκτερεύοντας μονίμως στο αστυνομικό τμήμα κι άλλα τεκμηριωμένα ή αναπόδεικτα. Η γιαγιά τον αγαπούσε. Ήταν ο μόνος που καθόταν κι άκουγε τις ιστορίες της. Ήταν κι ο πρώτος που έμαθε για τα παιδάκια της. Τα δικά της παιδάκια που τα έκρυβε στις γωνίες. Εννοείται ότι τον είχε ορκίσει να μην το πει πουθενά. Όταν έφευγε απ΄το σπίτι της του έχωνε χαρτονομίσματα στην τσέπη κι ο νεαρός έτρεχε περιχαρής να ψωνίσει μπάφο.

Οι παιδίατροι της Τρίπολης θυμούνταν μια κυρία καλοστεκούμενη. Ερχόταν ανήσυχη και με δάκρυα στα μάτια. Ήταν ανόρεχτα τα παιδάκια της, δεν έτρωγαν καθόλου. «Πες μου τί να κάνω, γιατρέ μου», τους εκλιπαρούσε. Κάποιοι ασυνείδητοι της έπαιρναν αμοιβή χωρίς απόδειξη και της έδιναν διάφορες πειραματικές δίαιτες. Κάποιοι με φιλότιμο την χτυπούσαν στην πλάτη απαλά και της έλεγαν «άντε, άντε, και τα παραχαϊδεύεις. Δεν παθαίνουν τίποτα, μην ξανάρθεις».

Ήταν και η περιπτερού από την οποία η γιαγιά αγόραζε τα περιοδικά. Ήταν εκείνη που ειδοποίησε τους δικούς της όταν η γιαγιά έκανε μέρες να φανεί, εκείνη που φοβήθηκε πως κάτι κακό συνέβη.

*****

Είχαν πάει οι τρεις τους.

Ο γιος μάλλον από τύψεις. Κόντευε δυο χρόνια να τη δει από κοντά.
Η νύφη για συμπαράσταση στον άντρα της.
Η εγγονή για να εκτιμήσει η γιαγιά το ενδιαφέρον της. Eστω και καθυστερημένα...

Το αντικλείδι τους δεν έπιασε, η γιαγιά είχε αλλάξει τις κλειδαριές. Χτύπησαν την πόρτα, ευγενικά στην αρχή, μην την αλαφιάσουν, επιτακτικά μετά, ανήσυχα στο τέλος. Τέλος, φώναξαν κλειδαρά.

Όταν μπήκανε επιτέλους μέσα στο σπίτι, το πρώτο που τους ήρθε ήταν η μπόχα, βούλωσαν τις μύτες με τις παλάμες και προχώρησαν σκουντουφλώντας, φοβούμενοι για το χειρότερο.

Δεν είχαν εντοπίσει ακόμα τη γιαγιά όταν άρχισαν σιγά σιγά να εστιάζουν στις πηγές τις δυσωδίας, που ήταν μικρές μεν, αλλά διασκορπισμένες σε πολλά σημεία και γωνίες. Ήταν κομμάτια τυρί φέτα που είχαν γίνει πράσινα, μορταδέλα και σαλάμι αέρος, στρογγυλά μουχλιασμένα ψωμάκια. Όλα αυτά τοποθετημένα απευθείας πάνω σε φωτογραφίες μικρών παιδιών, κομμένες από περιοδικά κι εφημερίδες. Ξανθά, μαυρούλικα, έδειχναν τα δοντάκια τους γελαστά, άλλα ήταν μουτρωμένα, άλλα γυμνά, άλλα σε κορνίζες.

Στην κρεβατοκάμαρα ήταν και η γιαγιά, ντυμένη και χτενισμένη, ως συνήθως, κι έβλεπε τηλεόραση.

«Δεν τρώνε», γύρισε μόνο και τους είπε.

Feb 24, 2010

Το αδέσποτο

Την έβλεπε κάθε μέρα. Την έβλεπε που καθόταν στο σκαλί της διπλανής πολυκατοικίας – διατηρητέο ήταν, παλιό ορφανοτροφείο αγοριών – μπροστά από μια επιγραφή με μαύρο σπρέι «Βασίλισσα σ’ αγαπώ». Είχε συντηρητικούς η γειτονιά κι ατμόσφαιρα περασμένου μεγαλείου, φιμωμένα βλέμματα πίσω από κουρτίνες, που θύμιζαν κάτι από διακριτικότητα.

Η ξένη δεν είχε σχέση με διακριτικότητα. Καθόταν στο σκαλί σα βιδωμένη, από την πρώτη μέρα που έφτασε στη γειτονιά την έβλεπε, σε όλη τη μετακόμιση, όμως τίποτα δεν απαντούσε στην απορία της, ποια ήταν και τι έκανε εκεί. Την έβλεπε και τις επόμενες μέρες, και ήλπιζε να αποκτούσε σύντομα λίγη οικειότητα με την ιδιοκτήτρια της πολυκατοικίας της, να άνοιγαν κουβέντα σχετικά. Μα πέρασαν οι μήνες, όλο τον επόμενο και τον επόμενο έλεγε, κουβέντα τελικά δεν άνοιξε, μα λίγη είχε σημασία, κανείς δεν απορούσε για την ξένη έτσι κι αλλιώς, γιατί καθόταν σ’ εκείνο το σκαλί, κανείς άλλος δεν την έβλεπε, θαρρείς, εκτός από την ίδια.

Την έβλεπε λοιπόν. Κάθε πρωί που πήγαινε στη δουλειά. Κάθε βράδυ που γύριζε. Όταν πήγαινε για ψώνια. Όταν έβγαινε με φίλους. Όταν τίναζε τις κουβέρτες. Όταν άνοιγε την πόρτα στον καλό της. Κάποιες φορές την έβλεπε κι όταν ξεχνιόταν στο λεωφορείο και στον ηλεκτρικό.

Της θύμιζε φευγαλέα εκείνο τον σκύλο, τον σκύλο της προηγούμενης ζωής της. Μια φορά τον είχε ταϊσει στο δρόμο, κι εκείνος όλο ερχόταν έξω από το σπίτι και την περίμενε. Κι εκείνη τον έβλεπε από μακριά, μα ήταν γέρικος και ψωραλέος και δεν τον ήθελε καθόλου, δεν τον ήθελε να κάθεται έτσι έξω από το σπίτι. Μα ο σκύλος ερχόταν καθημερινά και την περίμενε, μέχρι που μια μέρα ψόφησε και τον πέταξαν στον κάδο. Είχε εκβιάσει, θυμάται, ένα βούρκωμα, μετά έπιασε κάτι να κάνει.

Η ξένη δεν ήταν γριά, ούτε ψωραλέα. Τα ρούχα αδιάφορα, μη δηλωτικά, το πρόσωπο ανοιχτό σε ποίκιλλες ερμηνείες. Δεν το έβλεπε το πρόσωπό της, πιο πολύ το φανταζόταν. Θα έπρεπε να ήταν τουλάχιστον συμπαθητικό γιατί πάντα χρειάζεται κανείς μια καλή ψευδαίσθηση για να αρχίζει σχέσεις, να συνηθίζει έστω καταστάσεις.

Ετσι τη συνήθισε. Συνήθισε να περνά από μπροστά της με τις σακούλες του σούπερ μάρκετ, κάνοντας νοήμα με το κεφάλι «καλησπέρα». Άρχισε να της πετάει σχόλια για τον καιρό. Την έψαχνε με το βλέμμα κάθε φορά που άνοιγε το παράθυρο, έφτασε να ανησυχεί μήπως ερχότανε μια μέρα που δε θα την έβλεπε στη θέση της - και τότε τι θ’ απογίνονταν.

Ήταν σε καλή διάθεση εκείνη την ημέρα. Ο καλός της είχε μόλις φύγει απ΄το σπίτι, είχε στα χείλη ακόμα το φιλί του. Με ανάλαφρα βήματα άνοιξε την εξώπορτα, χτύπησε το δαχτυλίδι της στο κάγκελο, μια φορά, και κίνησε για το παλιό ορφανοτροφείο.

«Θα έρθεις μέσα λοιπόν;»

Η ξένη την κοίταξε ξαφνιασμένη, με μάτια ολόφωτα, δεν το περίμενε.

«Θα κάνουμε μπάνιο. Φοράμε τα ίδια ρούχα, θα σου δίνω εγώ ν’ αλλάζεις. Και στο κρεβάτι μια χαρά θα χωρέσεις. Καλή θέληση να υπάρχει και η ζωή μας θα είναι ονειρεμένη.»

Αυτά είπε κι έκανε μεταβολή, χωρίς να περιμένει απόκριση. Την ήξερε ήδη την απόκριση, είχε ήδη περάσει καιρός πολύς. Ίσως ήταν το βάρος της ωριμότητας που κρεμόταν πάνω της τόσες μέρες, τόσους μήνες, μα τώρα το βάρος είχε φύγει κι ένιωθε ανάλαφρη, ανάλαφρη σαν πουλάκι. Τι παραπάνω θέλει ο άνθρωπος για να ζήσει, παρέα, να μην ξεχνά.