maelstrom

Nov 5, 2009

Jul 13, 2009

Η Μαρία του λιμανιού

Ήταν εκείνο το πρωί προς μεσημέρι στη Δραπετσώνα, στην αφετηρία του τρόλεϊ για Πειραιά. Καθόταν σε μια από τις μπροστινές θέσεις, τις μονές και κοίταζε έξω απ΄το παράθυρο.

Τρία (ή τέσσερα ήταν;) παιδιά μαυριδερά κάθονταν σε ένα παγκάκι, γελούσαν κι άφηναν τα ποδάρια τους να κρέμονται. Το βλέμμα της ακολουθούσε τα ποδάρια τους μπρος πίσω την ώρα που ο νους της έτρεχε αλλού.

Ήταν τρία λεπτά πριν, δυο στάσεις πριν το τέρμα, που άναψε τσιγάρο. Είδε όμως από μακριά το τρόλεϊ να ‘ρχεται, έβγαλε το τσιγάρο απ΄το στόμα, το ‘ριξε πάλι όπως όπως στο πακέτο.

Μέσα στο τρόλεϊ πια, ήρθε ο απολογισμός των συνεπειών:
1. που θα μύριζε τώρα το τσιγάρο απ’ το άναμμα,
2. που θα πήρε η μυρωδιά και τ’ άλλα τσιγάρα του πακέτου. «Τσιγάρα καπνιστά», ελάχιστα ωστόσο τη διασκέδασε η ιδέα κι ακόμα λιγότερο η πιθανότητα
3. κάποιος να της ζητούσε απ΄τα τσιγάρα της, κι εκείνη να του έδινε, εκ παραδρομής, το σαλιωμένο.

Αν είχε περπατήσει απλώς μέχρι την αφετηρία, όπως είχε προγραμματίσει, αντί να σταματήσει το τρόλεϊ στο δρόμο του, θα είχε αποφύγει μια πραγματικά άβολη κατάσταση. Αλλά Τα πράγματα δε γίνονται ποτέ όπως τα προγραμματίζεις
άρπαξε με ευκολία το κλισέ στον αέρα. Τα αντανακλαστικά της όλο και βελτιώνονταν.

Τον ειρμό της έκοψε η Μαρία που ήρθε και κάθισε ακριβώς μπροστά της.

Δε θα μπορούσε να είχε καθίσει πουθενά αλλού, παρότι το τρόλεϊ ήταν άδειο ακόμα.
Ανέδιδε ολόκληρη καπνίλα, σαν αρνητικό αποσμητικού χώρου. Σαν τις τσιγγάνες που κάθονται γύρω απ΄τη φωτιά, και φοράνε φούστες, τη μια πάνω απ’την άλλη. Και στριμώχνονται έξω από τις εντατικές των δημόσιων νοσοκομείων, και, κάθε φορά που μια απ΄τις νυφάδες τους ζητά νερό, σηκώνουν τη μια φούστα, μετά την άλλη, μετά την παράλλη, μέχρι να βρουν το πορτοφολάκι τυλιγμένο στη ζώνη, ίσα πάνω απ΄το μεσοφόρι, να βρουν τα πενήντα λεπτά για το εμφιαλωμένο, κι οι γύρω κρατάν τη μύτη τους από την καπνίλα που ξερνά το φουστομάνι. Έτσι ακριβώς.

Τα παιδιά φώναξαν τη Μαρία με το όνομά της - εξ’ού κι έμαθε ότι τη λέγανε Μαρία κι όχι Κατερίνα ή Ευτέρπη ή κάτι λιγότερο συμβατό με το σουλούπι της - «Μαρία!» φώναξαν κι αυτή έλαμψε ολόκληρη κι είχε μάτια σαν ροφού, μαλλιά μαύρα - καφέ σα δίχτυα που τα ‘χε ξεράνει ο ήλιος, πιασμένα με λαστιχάκι προς τα πίσω. Είχε κι εκδορές στους ώμους, μπορεί να ‘ταν και ψώρα, μπορεί και να ‘τανε πληγές από αγκίστρι, σα να την ψάρεψαν από κάποιον βαλτότοπο, μπορεί κι απ’ το λιμάνι.

Κόρη του ποταμού ήταν, λέγανε γι’ αυτήν. Σαν την είδε το κατάλαβε γιατί, μάτια είχε σα ροφού εξογκωμένα, τα μαλλιά της δίχτυα μπερδεμένα, δέρμα διάφανο, από κάτω έτρεχαν ποτάμια.

Πατέρα είχε ψαρά και μάνα νύμφη. Ήταν τα βράδια του Αυγούστου που έβγαιναν απ’ το ποτάμι οι νύμφες, σμήνη. Έξω απ΄τις καλύβες των ψαράδων παραφύλαγαν, να βγουν οι πιο νεαροί, οι πιο ωραίοι, για να τους σύρουν πίσω από τις καλαμιές. Να πάρουν στο ποτάμι τις ψυχές τους φυλακτά με το ξημέρωμα.

Η μάνα της βγήκε μια φορά κι αυτή, μα δεν της τα χανε καλά εξηγήσει. Τον δικό της τον ψαρά τον ερωτεύτηκε κι έμεινε μαζί του. Του έκανε κορίτσι, εκείνη. Κι έγινε το κακό μετά. Θα ‘ταν οι μάνες που ολοφύρονταν τα πρωινά στις καλαμιές, οι διαβολονύμφες έτρωγαν τα παλικάρια τους, κι έπρεπε κάποια να πληρώσει. Μπορεί και όχι. Κανείς δεν έμαθε ποτέ πώς χάθηκε η νύμφη του μια μέρα, κι έμεινε ο ψαράς τρελός να βλέπει τα νερά.

Σαν έλεγε πως θα την πάρει την μικρή, μες στους καφενέδες, γύριζαν όλοι το κεφάλι τους αλλού και χασκογέλαγαν. Άνθρωπος της πόλης ήταν και πού τα ξερε. Στα χέρια τους μεγάλωσε, κόρη χωρίς μάνα και με τρελό πατέρα, πάνω της ξαλάφρωναν τη ζήση τους, σάλια, ζουμιά και κανά χέλι ή πέστροφα για το ευχαριστώ. Ας την έπαιρνε κι ας πήγαιναν καλλιά τους, το ποτάμι είχε ξεραθεί από καιρό και τα βατράχια είχαν σιωπήσει.


«Μαρία!!! Πού πας; Φεύγεις;», φώναξε ο μικρούλης που φαινόταν πιο ζωηρός.
«Αϊ», απάντησε η Μαρία γέρνοντας ορθή στο ανοιχτό παράθυρο.

Δεν είχε εξαρχής καμία αμφιβολία ότι το φαφούτικο πράγμα που βρωμούσε κι εκστόμιζε ασυναρτησίες θα ερχόταν να καθίσει μπροστά της στο τρόλεϊ – ήταν από τα πράγματα που γίνονται μοιραία. Ήταν επιπλέον σίγουρη πως όταν το τρόλεϊ απομακρυνόταν λίγο, και τα παιδάκια θα ήταν εκτός οπτικού πεδίου, ο επόμενος στόχος του «πράγματος» θα ήταν αυτή η ίδια. Το ήξερε. Με την αγωνία της επικείμενης παγίδευσης έφερε στο μυαλό της το «πράγμα» να την κοιτάζει με εκείνα τα εξογκωμένα μάτια, εκείνη, υπνωτισμένη - από φιλότιμο - να μη μπορεί να αποστρέψει το βλέμμα, το φρικαλέο στόμα να ανοίγει διάπλατο, την κολλώδη γλώσσα να εκτοξεύεται σα σαΐτα, να την κεντρίζει, να τη μουδιάζει στη θέση της, κι όλα αυτά τα παιδαριώδη, έως και γελοία, για έναν απλό λόγο:
για να την εξαναγκάσει να ασχοληθεί μαζί της.

Oh look at all the lonely people,

Oh look at all the lonely people,


αλλά όχι. Δεν είναι όλα Beatles κι εν-συ-ναί-σθη-ση, όχι, έχει κι αυτή δικαιώματα, το δικαίωμα να κάθεται απερίσπαστη και να απολαμβάνει τη διαδρομή της και να αναλογίζεται το τσιγάρο της που δεν το έσβησε καλά. Έχει κι αυτή δικαιώματα στη ζωή. Βίδωσε το κεφάλι της δεξιά, να βλέπει μια ταμπέλα που έγραφε για ανεγέρσεις οικοδομών, παίρνοντας την απόφαση, να μην ασχοληθεί με το «πράγμα» ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω. Τέρμα και τελείωσε.

Στο γάμο τους δεν πάτησε κανείς. Την έφερε στο σπίτι του στην πόλη, μόνοι ξανά περάσαν το κατώφλι - και βαριανάσαινε από την ευτυχία αυτός, όσο μπορούσε πιο διακριτικά. Το γαμήλιο κουβερλί διακοσμημένο με κόκκινα φύκια Σαργασσών, η γυάλα της, ειδική παραγγελία και με εσωτερικό φωτισμό, στο κέντρο του δωματίου συλλογών. Φρέσκο νερό ήθελε μόνο, και δυο παπάκια πλαστικά. Το πείραμα σφιγγόταν στην αγκαλιά του - πού και πού τρεμόπαιζε τα μάτια.

Ήρεμα και με ασφάλεια κυλούσε η ζωή τους. Τα βράδια που γυρνούσε απ΄τη δουλειά, του έφερνε τις παντόφλες του και του σερβίριζε το δείπνο. Η ώρα του χωνευτικού, η ώρα που έφερνε γυροβολιές μέσα στη γυάλα της, ήταν η πιο κατάλληλη για να της διηγηθεί τα νέα της ημέρας, συλ-λα-βι-στά για να τον καταλαβαίνει. Ήθελε η διαδικασία ιδιαίτερη γλυκύτητα, γιατί με το παραμικρό φάλτσο, την παραμικρή αλλαγή τόνου και ρυθμού, εκείνη αντάριαζε τα νερά και το χαλί μουσκεύονταν.


Ήταν Κυριακή, άδειοι σχεδόν οι δρόμοι, το τρόλεϊ πήγαινε αβίαστα, γλυκά θα έλεγε κανείς. Το κεφάλι το είχε σταθερά δεξιά, ακουμπούσε λιγάκι το μέτωπο στο τζάμι, είχε ήλιο.

Η άλλη γύρναγε κάπου κάπου και την κοίταζε πάνω από τον ώμο της. Την έπιανε με την άκρη του ματιού, αλλά αρνιόταν να γυρίσει το κεφάλι και να την κοιτάξει καταπρόσωπο.

Το μισοσβησμένο της τσιγάρο, μια φορά, αδύνατο να το επαναφέρει στη σκέψη της.

Και γίνονταν οι συλλαβές όλο και πιο μακρόσυρτες, μετά βουβές, σαν κάτι να τις στόμωνε, ίσως τα χρόνια που περνούσαν. Και κάτι να λείπει τελικά, ένα κοινό ή μια τραγωδία, κάτι που να κόβει μια ιστορία σαν μαχαίρι. Η φαντασία του τα ‘φταιγε και ο ρομαντισμός και τα μεγάλα λόγια, πόσοι ευφημισμοί ικανοί αυτή του τη σκληρότητα να περιγράψουν, πώς άντεξε άραγε, σκεφτόταν τώρα, να φυλακίσει μια ποταμίσια κόρη σε μια γυάλα;

όταν δεν τη μισούσε, όταν δεν τον έπνιγε η δυσωδία των λιμνάζοντων νερών, «μη με περιμένεις για φαϊ, θ’ αργήσω», κάτω απ΄το δέρμα της - εκείνη άραγε πώς να ‘νιωθε; τα γουργουρητά της ν΄αποκρυπτογραφήσει αδύνατο - όταν δεν πλατσούριζε τυφλός κι απελπισμένος και προσευχόταν και περίμενε, την ετυμηγορία των περιστάσεων και της ζωής, αφού μονάχος του ν’ αποφασίσει δεν μπορούσε.


Ήταν λίγο ειρωνεία η ιστορία αυτή, είχε και την πλάκα της. Είχε να το εξασκήσει καιρό το σπορ, έλεγε πως είχε πια ξεμάθει. Με όλους αυτούς τους ξένους, ή και γνωστούς, ανθρώπους που ζούσανε μαζί της, ή έκλεβε ένα βλέμμα τους σε κάποιο λεωφορείο, ήταν μια κάποια πρόκληση. Η Μαρία πάλι ήρθε και της στήθηκε μονάχη της. Ήξερε τι έκανε. Ήξερε ότι ήταν γλιστερή και πονεμένη κι εύθραυστη, κι ότι με γυμνό χέρι ή βλέμμα δε θα την άγγιζε κανείς.

Μια νύχτα έστριψε στην πόρτα το κλειδί και είπε «καλησπέρα». Δεν του απάντησε κανείς.

Βλέποντας τη γυάλα άδεια, με ένα φύκι να στροβιλίζεται κάπως ειρωνικά, κατάλαβε. Το μόνο που απόμενε να κάνει ήταν την αδειάσει απ΄το νερό. Καθώς στράγγιζε τη γυάλα από τα τελευταία απόνερα, απόμεινε άδεια και η καρδιά του και ξύπνησε με ξαφνική οξύτητα ο πόνος, πού να γυρνούσε τώρα η καλή του ολομόναχη, το ποτάμι είχε ξεραθεί από καιρό, άλλο υγρό ν’ απαλύνει τον πόνο δεν υπήρχε, πέρα από τα δάκρυα.


Στο λιμάνι του Πειραιά…

Πέρναγε το τρόλεϊ απ΄το λιμάνι και η Μαρία χτύπησε στάση να κατέβει. Μόνο όταν βγήκε πια έξω άφησε τον σβέρκο της να ανασάνει, η Μαρία την κοίταζε ακόμα, την κοίταξε κι αυτή πίσω απ΄το τζάμι, μάλιστα της χαμογέλασε. Χαμογελούσε ακόμα, κι όταν δεν την έβλεπε πια.

«Θα σε φτιάξω, Μαρία.
Ούτε για τα δόντια που σου λείπουν θα γράψω, ούτε για τα σαντάλια σου που σέρνεις, ούτε ότι είσαι ηλίθια σα βλίτο θα πω.
Θα σου δώσω πατέρα ψαρά και μάνα νύμφη. Κόρη του ποταμού, παιδί μεγάλου έρωτα. Μετά πάλι θα σε φυλακίσω από έρωτα στην πόλη. Και θα σε φαντάζονται όμορφη, βουβή και τραγική, όπως σου πρέπει κι όπως είσαι.

Πώς θα μπορούσα εγώ να σε χαλάσω. Εγώ είμαι εσύ κι εσύ είσαι εγώ.».

Χάρηκε που υπάρχουν τόσο α σ φ α λ ε ί ς τρόποι για ν’ αγαπάει κανείς.

May 16, 2008

Personal Jesus

Του έμοιαζε στ' αλήθεια, ξανθός καθώς ήταν, μακρυμάλλης, με μάτια γαλανά. Δεν τον φανταζόταν έτσι στην αρχή. Κάπως απειλητικό τον φανταζόταν, κάπως μελαχροινό, ένα ορκ του ίντερνετ, από αυτά που πετάγονται ξάφνου μπροστά σου και σου κόβουν τη χολή.

Είχε τρομάξει λίγο, είναι η αλήθεια. Μα του έκανε χώρο στα υπάρχοντά της, έναν υπολογιστή και μια μοναξιά, μάλλον αναπόφευκτα.

Μιλούσαν ήδη ένα τρίμηνο. Σε λίγο θα τον συναντούσε.

Σε λίγο. Σε δυο-τρεις ώρες. Επαιζε στα χέρια της τη φωτογραφία του. Του είχε στείλει τη δική της προηγουμένως. Είχε επιμείνει πολύ σχετικά. Ηταν κάθετος. Πραγματική φωτογραφία, χάρτινη. Σε μια ταχυδρομική θυρίδα που της είπε. Μετά της έστειλε εκείνος.

Είχε χαρεί, αν και δεν υπήρχε - αντικειμενικά - ιδιαίτερος λόγος. Αλλά είχε κάτι το χειροπιαστό. Μια φωτογραφία χάρτινη, χειροπιαστή, κάτι που μπορούσε να χαϊδέψει, να φιλήσει, να βάλει κάτω απ΄το μαξιλάρι και να βγάλει κρυφά μέσα στη νύχτα, να προσευχηθεί. Θα χε έρθει το πλήρωμα του χρόνου να πιστέψει κι αυτή. Ο υιός του Θεού επί της γης στα δυο της χέρια. Ηταν νευρική στον φωτογράφο. Ισιωσε βέβαια τη φράντζα της, όχι πολύ, μη φανεί κραυγαλέο, πέτυχε ένα μειδίαμα σχεδόν πειστικό. Οχι σα να το ι-κέ-τευε ακριβώς, αλλά σα να άξιζε κάποιος να μπει στον κόπο να τη σώσει.

Θα μπορούσε να κοιμηθεί λίγο, αλλά με τόσο κόσμο στο λεωφορείο, τόσο θόρυβο, ήταν αδύνατον. Τελευταία στιγμή αποφάσισε να πάει να τον βρει. Η μυρωδιά της γιαούρτης της διπλανής - τόσο χαρακτηριστική η γιαούρτη στα ΚΤΕΛ κι εκείνη έψαχνε για οιωνούς απεγνωσμένα - ήταν αβάσταχτη, όμως οι πόροι της την απορροφούσαν αγόγγυστα, αύξανε έτσι τις πιθανότητές της, θα έπεφτε στην αγκαλιά του άϋπνη και θα βρώμαγε σα γελαδάρισσα και τότε, δε μπορεί...

***

Είχε τακτοποιήσει τη φωτογραφία της στο άλμπουμ, μαζί με τις άλλες. Ηταν απίστευτο το πώς έμοιαζαν όλες μεταξύ τους, μαλλί επιμελημένα ατημέλητο, πανομοιότυπο μειδίαμα, μαζί κι ανακουφιστικό. Η ομοιομορφία του έδιωχνε την όποια ανασφάλεια.

Ολες αυτές οι ψυχές που περίμεναν να σωθούν. Ενιωθε καμιά φορά κάτι σα βάρος, και τότε άνοιγε το παράθυρο και καρφωνόταν στο τέρμα των λεωφορείων. Τύχαινε πολλές φορές να τις αναγνωρίσει μάλιστα, όπως έβγαιναν από την έξοδο, αβέβαια, έπαιρναν έναν καφέ απ΄την καντίνα και περίμεναν. Μέχρι που σουρούπωνε. Τότε έκλεινε το παράθυρο και τις κοιτούσε πίσω από το τζάμι.

Δεν έβλεπε πια τα πρόσωπά τους και τότε ήταν που μπορούσε να δακρύσει. Πάντα το επιθυμούσε να ταν ξανθός, μακρυμάλλης, με μάτια γαλανά. Ομως δεν ήταν. Και ίσως - ήλπιζε - έτσι να τις έσωζε τελικά.

Apr 18, 2008

Club 36

Καθώς ανασήκωνε το κεφάλι από τα σκέλια της Αλίκης, με τα μάτια κλειστά, ήταν κάπως σα να απηύθυνε ευχαριστία. Και πράγματι αυτό έκανε, όχι προς τον Μεγαλοδύναμο ακριβώς, μάλλον στον δάκτυλό του επί της γης, τον φίλο του τον Τάκη: «Να ‘σαι καλά, μάγκα μου» κι έθεσε και πάλι την γλώσσα επί το έργον, υπερβέβαιος πως η ευχή του είχε πιάσει τόπο. Από το διπλανό υπνοδωμάτιο ακουγόταν η κορύφωση του κολλητού του καθαρά.

"Μαλάκα, είναι αυτό το καινούργιο κλαμπ που έχει ανοίξει και γίνεται της κολάσεως". Το "από γκόμενες" ήταν αυτονόητο. Ο νους του Τάκη ήταν μονίμως κολλημένος στο μουνί, αν και καθ’όλα τ΄άλλα ήταν φυσιολογικός. Δεν ήταν βέβαια το κλαμπ τόσο καινούργιο. Ο Σπύρος το θυμόταν από παλιά, το έβλεπε καμιά φορά από το λεωφορείο, καθώς πήγαινε στη δουλειά τα πρωινά. Καλό, κεντρικό σημείο, αλλά ο ιδιοκτήτης θα ‘ταν ελαφρώς μαλάκας. Ακόμα θυμόταν το πανώ "Πωλείται - κομπιναδόροι αποκλείονται". Ύστερα τον έστειλαν σε άλλο υποκατάστημα κι έτσι άλλαξε διαδρομή.

Όταν μπήκαν για πρώτη φορά στο ανακαινισμένο και υπό νέα διεύθυνση Club 36 άρχισε όντως να πιστεύει πως είναι όλα καρμικά. Πάντα του ήταν δύσπιστος, ειδικά όταν είχε να κάνει με τον Τάκη. Αλλά, οι γκόμενες ήταν ολοζώντανες και σπαρταριστές. Ήταν πολλά γραφεία μαζεμένα στην περιοχή, δικηγορικά, ασφαλιστικές εταιρίες, τράπεζες και οι εργαζόμενες πήγαιναν στο κλαμπ μετά τη δουλειά για να πιούν το ποτό τους. Ξανθές, μελαχροινές, παχουλές, αδύνατες, μα οι περισσότερες φροντισμένες και σικάτες. Γυναίκες καριέρας, όχι αστεία.

Στάνταρ το διηύθυνε γυναίκα. Η γυναικίλα αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα και ήταν πνιγηρή. Δεν ήταν μόνο τα διακριτικά rechaud με άρωμα βανίλιας και κανέλλας, οι απαράμιλλου γούστου καναπέδες με τα έθνικ μαξιλάρια - με τα καλύμματα κεντημένα στο χέρι σαφώς - ήταν...

*****

"Παιδιά, να σας κεράσουμε ένα ποτό;" Δεν έγινε κι από το πρώτο βράδυ. Είχε περάσει κανάς μήνας. Ήταν τότε που το βλέμμα της ξανθιάς Αλίκης έπεσε πάνω του, κι ήταν σα να του πίεζαν πυρωμένη στάμπα στην καρδιά.

Κατ' ευφημισμόν.

Τους κάλεσαν στο τραπέζι τους. Δικηγόρος η Αλίκη και η φίλη της η Μαίρη γραμματέας. Κλητήρας σε ναυτιλιακό γραφείο ήταν ο Σπύρος, συστήθηκε σαν προϊστάμενος λογιστηρίου. Του κοβε, μπορούσε να το παίξει. Είπαν φάσεις απ΄το γραφείο και γελάσανε. Αλληλοθαυμάστηκαν για το πνεύμα και το πηγαίο τους χιούμορ. Ήπιαν. Βγήκαν κι αλλού. Σινεμά. Όμορφα πράγματα. Τη νύχτα εκείνη συνέβη.

"Χύσε ελεύθερα, προσέχω". Ο Σπύρος άδειασε μέσα της αυτόματα και μετά άφησε τον εαυτό του να σωριαστεί εξαντλημένος.

Το πρωί σηκώθηκαν όλοι μαζί για να πάνε στη δουλειά. Έκαναν ντους ανά ζευγάρι και πήραν πρωινό μαζί. Ο Σπύρος χάζευε τις ρυτιδούλες κάτω από τα μάτια της δικιάς του. Ήταν αγένεια που καρφωνόταν – μα ήταν που πρώτη φορά την έβλεπε με το φως της ημέρας. Πόσο του ‘χε πει ότι ήταν, τριανταέξι;

Δεν την είχε συγκρατήσει επακριβώς την πληροφορία και δεν τον ενδιέφερε. Ούτως ή άλλως στην Αλίκη ταίριαζαν η νύχτα, τα φώτα τα κλειστά.

*****

"Τί εξελίχτηκε ρε;"
"Πήγα, μαλάκα, στον Παράδεισο και ήρθα…".

Οι μεταφυσικές τους αναζητήσεις συνέχισαν να τους απασχολούν επί του απολύτως φυσικού. Κάθε απόγευμα μετά τη δουλειά, θα βρίσκονταν στο Club 36, που μετά βίας άντεχε πλέον το βαλάντιό τους, αλλά που τιμούσαν μολαταύτα για λόγους ηθικής υποχρέωσης. Θα πίνανε τις τεκίλες και τις μπύρες τους και μετά θα αποσύρονταν στο διαμέρισμα των κοριτσιών για τα περαιτέρω.

Ο Τάκης την είχε καψουρευτεί τη Μαίρη. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, μπας κλας ήταν κι οι δυο τους, οπότε τα ταίριαξαν περίφημα. Την πήγαινε μέχρι και βόλτες με το αμάξι. Έρωτας κάτω απ΄το φως του φεγγαριού.

Ο Σπύρος δε ήταν πάντα υπέρ του μινιμαλισμού, ήτοι των απολύτως απαραίτητων. Ήταν μια τακτική που στη ζωή δεν τον είχε προδώσει ποτέ. Και η Αλίκη φαινόταν να ενστερνίζεται τις αρχές του.

Μέχρι που οι εξελίξεις τον προλάβανε, ένα μεσημέρι που ετοιμαζόταν να σχολάσει.

"Αγάπη μου τί ώρα φεύγεις; Να αρχίσω κι εγώ να ετοιμάζομαι".

Ο Σπύρος είχε ψελλίσει μια ώρα κι είχε κατεβάσει το ακουστικό μουδιασμένος. Έφερε τις λεξούλες βόλτες στους λαβυρίνθους του εγκεφάλου του, αλλά εκείνοι αρνήθηκαν πεισματικά να τις καταπιούν, να τις εξαφανίσουν.

"Α γ ά π η μ ο υ;"

Έπρεπε να το είχε υποψιαστεί. Όταν η Αλίκη του έστελνε μηνύματα στο άσχετο, αθώα φαινομενικά "σε σκέφτομαι και μουσκεύομαι", αλλά με ύποπτη συχνότητα, καμιά φορά και δυο και τρεις φορές μέσα στην ίδια μέρα. Όταν το λεπτό της πνεύμα της σταδιακά αντικαταστάθηκε από έναν χαριτωμένο μέχρι σάχλας παλιμπαιδίζοντα ακκισμό, αδιαμφισβήτητο δείγμα ανθρώπου σε επικίνδυνα συναισθηματικά μονοπάτια. Όταν ο οργασμός της άρχισε να γίνεται επιτακτικός, ζήτημα ζωής και θανάτου, όλα έδειχναν το μοιραίο, αλλά πού να το καταλάβει, πού να το προλάβει ο ηλίθιος, ναρκωμένος καθώς ήταν απ΄τις γενετήσιες οσμές.

Όχι πως δεν του άρεσε η Αλίκη. Απλά ο έρωτας δεν ήταν μέρος της συμφωνίας. Όχι πως υπήρχε καμιά συμφωνία στην πραγματικότητα, δε θυμόταν κιόλας, αλλά αυτά τα πράγματα είναι αυτονόητα, καμιά σαραντάρα που σέβεται τον εαυτό της, - γιατί ήταν σαραντάρα σίγουρα, σιγά μην ήταν τριανταέξι μοναχά, όπως του είχε πει – επιστήμων γυναίκα, δεν καψουρεύεται κάποιον σαν αυτόν. Δε γίνεται. Δε γούσταρε να γίνει. Κι αυτό ήταν αδιαπραγμάτευτο.

Άρχισε να την αποφεύγει. Διακριτικά στην αρχή, ίσα να λάβει το μήνυμα. Να προφασίζεται υπερωρίες, να μην απαντάει στα μηνύματα. Εκείνη επέμενε πεισματικά – τότε έγινε σαδιστής. Άρχισε να της μιλάει απότομα, άλλαξε αριθμό κινητού και στη δουλειά ήταν πάντα "στο γραφείο του αφεντικού". Βγαίνοντας από τη δουλειά για να πάει σπίτι του κοίταζε τριγύρω, δήθεν αδιάφορα, όμως η καρδιά του χτυπούσε ενοχλητικά δυνατά - κι αυτό του τη βίδωνε περισσότερο. Καμιά φορά την έβλεπε όντως να τον περιμένει κάτω, μέσα στο αμάξι της, και το προφίλ της ήτανε σφιγμένο, κάπως γερασμένο, κι εκεί τον έπιαναν κάτι σαν τύψεις. Και πήγαιναν στο διαμέρισμά της "για τελευταία φορά", έλεγε πάντα στον εαυτό του, και πλέον η μπόχα του οργασμού του προκαλούσε πόνο στο στομάχι και μπούκωμα και καθώς άδειαζε μέσα της του ερχόταν να αδειάσει τα άντερά του.

Και μια μέρα του το ξεφούρνισε. "Πρέπει να σου πω κάτι. Είναι σοβαρό".

Πήρε τηλέφωνο τον Τάκη μέσα σε πανικό. Τον είχε χάσει τις τελευταίες μέρες. Δεν απαντούσε ούτε στο κινητό, ούτε στο σταθερό. Τώρα βρήκε, ο μαλάκας. Τώρα που χρειαζόταν τον φίλο του, οποιονδήποτε, περισσότερο από ποτέ.

*****

Ανοίγοντας την πόρτα του Club 36 – εκεί του είχε δώσει η Αλίκη ραντεβού – τον χτύπησε στα ρουθούνια η γνώριμη μυρωδιά. Η γυναικίλα, βαριά όμως αυτή τη φορά, σκληρή κι αδυσώπητη. Ήταν σίγουρος πως είχε τη χλωμάδα του πεθαμένου.

«Όχι εδώ. Δεν ακουγόμαστε. Πάμε κάτω».

Την ακολούθησε στα σκαλιά, κάτω από τους ήχους της μουσικής, όπως το πρόβατο που πάει στη σφαγή. Το ένιωθε. Το ήξερε. Και το γεγονός ότι το ήξερε και δεν έκανε τίποτε για να αποτρέψει το μοιραίο του προκαλούσε αφάνταστη ανακούφιση.

Ήταν μόνο εικοσιεφτά χρονών. Είχε όνειρα για τη ζωή. Τη ζωή του. Είχε κάνει ένα λάθος. Που σύντομα θα πλήρωνε. Το ήξερε. Δεν έκανε τίποτε. Απλά ακολουθούσε.

Έφτασαν στην κάτω αίθουσα, μπήκαν από μια κρυφή πόρτα από τις τουαλέτες. Έκανε ψύχρα και είχε μυρωδιά μετάλλου. Όπως το φανταζόταν. Ήταν το ιδανικό μέρος για τέτοιες περιστάσεις.

Η Αλίκη τον κοίταξε κατάματα.
«Είμαι έγκυος. Περιμένω το παιδί σου».

Ναι, φυσικά.

«Ούτε να το σκέφτεσαι».
«Το παιδί σου…»
«Μου είχες πει πως έπαιρνες προφυλάξεις. Με εξαπάτησες. Ούτε να το σκέφτεσαι».

Ήξερε. Το περίμενε. Γι’ αυτό όταν άκουσε την πόρτα πίσω του να ανοίγει ξανά, κι άκουσε ήχους από τακούνια, πολυάριθμα τακούνια, κι η μυρωδιά μέσα στην κρύα αίθουσα άρχισε να γίνεται σταδιακά πνιγηρή, από βαριά αρώματα [και αίμα], δεν ένιωσε καμία έκπληξη. Περίμενε στη θέση του, έως ότου τον περικύκλωσαν.

Ήταν μια όμορφη γυναίκα που άρχισε να μιλά. Άψογα μακιγιαρισμένη, με πρόσωπο καθαρό και μάτια διαπεραστικά.

«Φαίνονται τόσες οι επιλογές, όταν είσαι νέος. Καριέρα, οικογένεια, αυτονομία, συντροφικότητα. Αρχικά τα θες όλα μαζί. Στο τέλος βολεύεσαι με αυτό που δημιουργείς στο μυαλό σου. Αν έχεις φαντασία, δηλαδή. Αλλιώς, με το τίποτα.

Στο Club 36 προσπαθήσαμε τουλάχιστον να συμφωνήσουμε στα βασικά. Συνέλαβα την ιδέα για τη δημιουργία του κλαμπ την ημέρα των 36ων γενεθλίων μου. Ναι, μου αρέσει να δημιουργώ συμβολισμούς. Κι όλες εδώ στο κλαμπ είμαστε άνω των τριάντα …πέντε.

Είμαστε πετυχημένες γυναίκες με την επικρατούσα έννοια. Μας βλέπει κανείς και μας φοβάται. Η ξυπνάμε το ένστικτο του σαδιστή. Τόσο αυτάρκεις, τόσο απελευθερωμένες. Και θέλει να μας υποτάξει.

Αυτό ακριβώς θέλουμε κι εμείς.

Κάποιες το πέτυχαν αυτό. Ξέρεις, παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά. Και διαγράφτηκαν από το κλαμπ. Αυτό αποτελεί μεγάλη επιτυχία ξέρεις. Δεν υπάρχει φόβος να ζημιωθούμε απ΄τις συνδρομές - τα νέα μέλη καταφθάνουν με καλπάζοντες ρυθμούς. Θα ήμουν πολύ ευτυχισμένη να ήξερα κάποτε πως δε θα υπήρχε ούτε μία από μας. Φιλοδοξία μου κάποτε να κλείσει το κατάστημα, να κρεμάσω ένα πανώ «Πωλείται» και να αποσυρθώ στην εξοχή με την οικογένεια που εύχομαι κάποτε να αποκτήσω.

Στην πραγματικότητα, ο σκοπός του κλαμπ είναι πιο ταπεινός και στο πλαίσιο του εφικτού. Είναι απλά η μητρότητα για τις γυναίκες του περιθωρίου. Ναι, εμάς ακριβώς εννοώ. Ξέρεις, ο άντρας ο σωστός είναι λαχείο. Το παιδί, από την άλλη, δε σε εγκαταλείπει ποτέ. Και μετά από τα τριάντα πέντε στενεύουν τα περιθώρια. Έτσι φτιάξαμε αυτόν τον ευχάριστο χώρο, να μαζευόμαστε και να προσεγγίζουμε νέους υγιείς σπερμοδότες.

Αρχίζεις και καταλαβαίνεις;"

Ηταν παραπάνω από σαφές.

"Κάποιες είναι ολιγαρκείς. Είναι τα μέλη μας που πλησιάζουν νέους σαν εσένα, τρυγάν και φεύγουν. Και οι δότες δεν το μαθαίνουν ποτέ. Κάτι τέτοιο θα είχε επιπλοκές, όπως φαντάζεσαι.
Είναι κι άλλα μέλη μας με παράλογες απαιτήσεις. Όπως η Αλίκη μας, αυτή που σε συντρόφεψε τους τελευταίους μήνες. Η Αλίκη λοιπόν, δεν ήθελε μόνο το παιδί σου. Ήθελε κι εσένα. Κανονικά θα έπρεπε να τιμωρηθεί υποδειγματικά για την πλεονεξία της. Αλλά κάτι τέτοιες μικρές παρασπονδίες, είναι που μας βγάζουν από τη ρουτίνα μας. Μας προσφέρουν ένα είδος ψυχαγωγίας, καταλαβαίνεις μάλλον ήδη τι εννοώ».

Είχε καταλάβει, ναι. Είχαν βγάλει λοστούς, μαχαίρια και σχοινιά και ο κλοιός στένευε.

«Ουσιαστικά δεν έχουμε κι άλλη επιλογή, γιατί τώρα γνωρίζεις. Όπως έμαθε κι ο φίλος σου ο Τάκης. Φαινόταν τόσο ερωτευμένος με τη Μαίρη, κι όμως η αντίδρασή του στο θέμα του παιδιού ήταν όμοια σχεδόν με τη δική σου. Η καημένη η Μαίρη έπεσε απ΄τα σύννεφα. Επέμενε να τον αναλάβει προσωπικά. Το παρατράβηξε βέβαια και μετά η καθαρίστρια διαμαρτυρόταν, δε βγαίνουν κι εύκολα τα αίματα, ειδικά όταν ολόκληρη η αίθουσα θυμίζει σφαγείο…αλλά είναι κάποια πράγματα τα οποία τελικά δικαιούται κανείς. Δε συμφωνείς;»

«Μας παγιδέψατε εξαρχής. Και μιλάτε για δικαιοσύνη;»

«Στην πραγματικότητα όχι, νεαρέ. Η ζωή είναι άδικη. Για όλους μας».

Κι αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσε.

Feb 27, 2008

Καπνός και άλλα

Ηταν ένας άντρας που μύριζε καπνό. Το πουκάμισο, το παντελόνι του, το πανωφόρι που δεν άλλαζε ποτέ. Οι πόροι του, τα χέρια του που ακουμπούσε στα τραπέζια, τα χαρτομάντηλα που φύσαγε τη μύτη του. Σκανδαλισμένες αέριζαν οι νοικοκυρές τα πετσετάκια τους για να φύγει η καπνίλα, μόλις έφευγε. Οι πιο προκομμένες βάζαν τις κουρτίνες στο πλυντήριο. Οπως ήταν επόμενο, δεν τον καλούσαν δεύτερη φορά.

Ηταν μια γυναίκα που δε μύριζε. Κι όταν λέμε δε μύριζε, εννοούμε δε μύριζε καθόλου. Σαφώς ήταν παντού ευπρόσδεκτη. Ολοι προσφέρονταν να της δανείσουν λίγη από τη μυρωδιά τους. Κι εκείνη, για να μη φανει ακατάδεκτη, έπαιρνε λίγο απ΄όλους στο μαντηλάκι της. Οταν έφτανε στο σπίτι, πετούσε το μαντηλάκι στα σκουπίδια πιάνοντάς το απ΄την άκρη.

Κάποτε συναντήθηκαν, τόσο τη συνεπήρε η καπνίλα, τη χτύπησε στο κεφάλι, κατά το κοινώς λεγόμενο, που τον πήρε από πίσω. Αμάθητη. Ηταν η συμβίωσή τους αρμονική, χωρίς πολλά τινάγματα. Κάπως ρετρό άλλωστε τα πετσετάκια στα τραπέζια, δείγμα φτωχού γούστου οπωσδήποτε.

Οπως συμβαίνει πάντοτε σε τέτοιες ιστορίες, κάποτε βγήκε η γυναίκα στο μπαλκόνι. Ηταν μια νύχτα ξάστερη κι ο αέρας καθαρός. Σαν κάτι να θυμήθηκε, με ένα σάλτο εκτινάχτηκε στο στύλο της ΔΕΗ. Δεν την ξαναείδε από τότε.

Βλέπω τη γυναίκα που και που στις συγκεντρώσεις, να μοιράζει το άρωμά της σαν αντίδωρο. "Μη σπρώχνεστε, όλοι θα πάρετε". Αρωμα με τελείωμα καπνού που σαν το μυρίσεις φέρνει δάκρυ.

Για τον άντρα που δεν καλούσαν πουθενά, δεν ξέρω.

Jan 17, 2008

Τα πάθη της Ευρυδίκης

Η Ευρυδίκη είναι μια όαση μέσα στην έρημο του Λυκοχωρίου. Δέρμα πάλλευκο, μάτια μαύρα σαν το κάρβουνο και ύφος σα να την μπουκώνουν ξινισμένο τραχανά. Αφιχθείσα από την πόλη, όχι και τόσο άρτι. Εβγαλε γαλλική σχολή θηλέων, έκανε πιάνο, πήρε το πτυχίο της γαλλικής φιλολογίας κι έγινε μια δεσποινίς με φόντα.

Ηταν ακριβώς οι όρκοι που είχε δώσει η μαμά στον εαυτό της, μετά την πρώτη νύχτα γάμου. Τη νύχτα του βιασμού της, σύμφωνα με τα Απόκρυφα, αν και δε θα μπορούσε κανείς να τον αποκαλέσει έτσι ακριβώς - μάλλον ανυπομονησία εκ μέρους του μπαμπά και χονδροκοπιά. Μα λίγο βοηθά η αντικειμενικότητα, η επιείκεια, στο να διάγει κανείς ζωή μεστή νοήματος. Το νόημα της ζωής της μαμάς της Ευρυδίκης ήταν να βασανίζει έκτοτε τον άντρα της: Ευφροσύνη βαφτίσαν τη μικρή, σαν την πεθερά, Ευρυδίκη τη ματαβάφτισε η μαμά, σαν γύρισαν στο σπίτι. Και τη στέρησε απ΄τον πατέρα της δεκατρία χρόνια ολόκληρα, στέλνοντάς την εσώκλειστη στη θεία της στην πόλη. Εσώκλειστη, ναι, η θεία ήταν γεροντοκόρη και κρατούσε την ανηψιά της μακριά απ΄τη βρωμιά του κόσμου.

Τα τελευταία χρόνια η Ευρυδίκη ζει στο πατρικό της. Κανείς πια δεν τα μετρά. Σηκώνεται κάθε πρωί στις εφτά. Κάνει την πρωινή της γυμναστική. Βάζει Νιβέα. Τρώει δυο φρυγανιές με μέλι. Μετά κλείνεται στο δωμάτιό της. Τί κάνει τόσες ώρες σε εκείνο το δωμάτιο, κανείς δεν πρόκειται να μάθει. Ισως τα Σάββατα, το ύφος της να μπουκώνει πιότερο. Είναι η μέρα που αδειάζει το βάζο με το γλυκό περγαμόντο, η μέρα που ο μπαμπάς σφίγγεται μέσα στο κοστούμι του το γαμπριάτικο, η μέρα που λήγει με τις οιμωγές της μαμάς πίσω από την κλεισμένη πόρτα. Ολόκληρος στρατηγός ήρθε να σε δει κι εσύ ούτε ξεμύτησες. Ούτε τον καθηγητή καταδέχτηκες, ούτε τον τραπεζικό. Τριάντα χρονών γαϊδούρα και σε ταϊζω, τί τριάντα, τριάντα-μην-τα-λέμε, ποιός θα σε νοιαστεί σαν κλείσω τα μάτια;

Και μετά έρχεται η Κυριακή. Μέρα Θεού, χαρά Θεού για τους συντοπίτες της, όταν η Ευρυδίκη βγαίνει με μαύρη φούστα εφαρμοστή, μπλούζα με βε και τσεμπέρι, για να πάει στην εκκλησιά. Λίγο κρατάει το όραμα, όσο να διασχίσει το προαύλιο, να προσκυνήσει τις άγιες εικόνες, να φιλήσει το χέρι του παπά και να χαθεί γρήγορα γρήγορα στον γυναικωνίτη - αλλά η αύρα της ακαταδεξιάς της μένει ξωπίσω πνιγηρή να ζαλίζει ό,τι μπαίνει στο πεδίο της σαν άρωμα της φτήνιας.

Ο ναός του Αγίου Δημητρίου είχε μερακλή αγιογράφο. Τις αγιογραφίες του κυρίως ναού τις έβγαλε διαδικαστικά, στον γυναικωνίτη όμως έβαλε όλη του την τέχνη. Το εκλεκτό κοινό του γυναικωνίτη έχει τη μοναδική δυνατότητα να παρακολουθεί, να συγκλονίζεται και να συμπάσχει με τα πάθη των αγίων.

Η Αγία Αικατερίνα γυρνά στον τροχό που κομματιάζεται. Η Αγία Παρασκευή βράζει στο καζάνι με βλέμμα στραμμένο προς τα ουράνια. Η κεφαλή της Αγίας Βαρβάρας με το φωτοστέφανο κυλά στον λόφο, με μια μοναδική απόδοση αβίαστης κίνησης, ενώ ο δήμιος με αγριωπό, αντρίκειο βλέμμα ξεκουράζει στο βωμό τη ματωμένη του χατζάρα.

Κάποιος λόγος θα υπάρχει που όλες τους ήσαν γυναίκες. Η Ευρυδίκη απλώς κλείνει τα μάτια. Θυμάται εκείνο το μικρό βιβλίο από την αίθουσα μελέτης των καθολικών κοριτσιών, τότε που την έπιασαν να αντιγράφει και την κλειδώσαν τιμωρία. Η ιστορία μιας μικρής ορφανής. Μιας μικρής αγίας επί της γης που τράβαγε τα πάνδεινα απ΄τον ακόλαστο πατριό της. Μόνο μια σκηνή θυμάται καθαρά, που με μία αφορμή - μα τέτοιες σκηνές χρειάζονται τάχα αφορμές; - o αγροίκος μαστίγωσε τη μικρή αλύπητα. Και δεν την μαστίγωσε στην πλάτη, αλλά από μπροστά! Απορούσε η Ευρυδίκη, ποιός άρρωστος νους να συλλάμβανε τέτοιες ιστορίες, να διαβάζουν τα μικρά παιδιά και να ταράζονται. Μετάνοιωσε που δεν πήρε μαζί της τότε το βιβλίο. Τώρα πια δε θυμόταν ούτε τίτλο, ούτε συγγραφέα, ήταν αδύνατο στ΄αλήθεια να το βρει ξανά.

Σε έκσταση θύμησης βρισκόταν, σαν την αντίκρυσε ο Αρίστος τη μέρα εκείνη. Είχε φάει την εκκλησία να βρει την κόρη του - την είχε σύρει απ΄τα μαλλιά για εξομολόγηση και θεία μετάληψη. Μετάληψη ήδη έπαιρνε η μικρή στα βρωμοσόκακα και στις τουαλέτες του σχολείου απ΄τον Σάββα και είχαν γίνει ρόμπα οικογενειακώς στο χωριό και στα καφενεία. Ο πατέρας δεν ηρέμησε ούτε όταν πέτυχε τον εραστή στον δρόμο και τον έσπασε στο ξύλο. Πρέπει να μπει ο Χριστός στο σπίτι, ούρλιαζε η γυναίκα του, και δεν του πήγαινε να της αντιτάξει ότι η τσουλαρία είναι κληρονομική και μή ιάσιμη. Τον παρηγορούσε απλώς το ότι η κόρη έθετε από νωρίς υψηλότερα τον πύχη απ΄τη μάνα της - ο Σάββας ήταν ο πρόεδρος του δεκαπενταμελούς.

Ωστόσο, σύντομα η αμαρτωλή την είχε κοπανήσει χωρίς να γίνει αντιληπτή. Ετσι και τη βρω, θα τη σκίσω, μονολογούσε ο Αρίστος, οργώνοντας την εκκλησία, σπρώχνοντας τον κόσμο και μπουκάρωντας ακόμα και στο ιερό. Πουθενά. Στο τέλος θυμήθηκε τον γυναικωνίτη. Πώς τον θυμήθηκε, εκεί δεν πήγαινε ποτέ κανείς.

Οταν ανέβηκε το τελευταίο σκαλί μόλις που πρόλαβε να πνίξει μια κραυγή έκπληξης. Γιατί η μαύρη στενή φούστα βαρυγκομούσε απ΄το τέντωμα, εκεί ψηλά στα μπούτια, και το νευρώδες χέρι δοκίμαζε τις αντιστάσεις της ακόμα περισσότερο, καθώς η Ευρυδίκη το βύθιζε με μανία ανάμεσα στα σκέλια της, ολοσόβαρη φυσικά, με έκφραση κατάνυξης, κοιτάζοντας ίσια μπροστά την αναπαράσταση του μαρτυρίου του τροχού. Ο Αρίστος αμίλητος κατέβηκε πάλι κάτω.

Για το καλό της Ευρυδίκης, ο Αρίστος ήταν τάφος. Το μόνο που έκανε ήταν που την παραφύλαξε σαν γύριζε στο σπίτι μετά τη λειτουργία. Την κόρη του την βρήκε πια το απόγευμα, σαν γύρισε στο σπίτι. Ομως δεν την μάλωσε.

Οι Κυριακές έρχονται στο Λυκοχώρι, η μια μετά την άλλη. Μέρα Θεού, χαρά Θεού. Χαρά και η Ευρυδίκη που δεν χάνεται πια στον γυναικωνίτη μοναχή της. Σχεδόν δεν πατάει πια καθόλου εκεί. Το ύφος της έχει γίνει πιο καταδεχτικό. Σχεδόν την περικλείει το φωτοστέφανο της καλοσύνης. Μέχρι που πιάνει ψιλή κουβέντα με τις άλλες κυρίες. Μόνο το βάζο με το περγαμόντο αδειάζει μάταια, περιμένοντας τον γαμπρό. Αλλά αυτό δεν πειράζει πια και τόσο. Η Ευρυδίκη έχει βρει την ευτυχία της στην οδό του Κυριακάτικου μαρτυρίου, όταν ο Αρίστος τη βάζει στα τέσσερα και την ξεσκίζει, και δεν το λεγες βρε κοπελιά τόσο καιρό πως ήθελες ν' αγιάσεις, της λέει ίσως γλυκά, όταν με αγριωπό, αντρίκειο βλέμμα ξεκουράζει πάνω της την ματωμένη του...χατζάρα.

Κάθε που χωρίζουν, πώς της φαίνεται, σα να ακούει ψαλμωδίες από ψηλά.

Dec 3, 2007

Το κουτάβι

Ήταν μεσημέρι του καλοκαιριού και οι πέντε φίλοι, με τις πετσέτες στον ώμο, γύριζαν απ΄τη θάλασσα σπίτι.

Ο Γιώργος έλεγε αστεία, ως συνήθως. Η Στέλλα δίπλα του χαχάνιζε. Ψηλός κι ανοικονόμητος, έσκυβε κάπου κάπου να της πει στο αυτί. Μπροστά πήγαινε ο Άκης ρητορεύοντας και πίσω του η Μάγια ν' ακούει με προσήλωση.

Στο τέλος πήγαινε ο Κώστας. Ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα. Ξανθός μέσα στους μελαχρινούς, με φακίδες και δέρμα τσουρουφλισμένο σαν του αστακού. Μύτη μπλαστρωμένη με κρέμα με SPF32. Περπάτημα βαριεστημένο μονίμως. Παλιά τον περίμεναν να τους φτάσει. Τώρα δεν κάναν πια τον κόπο. «Αστονα, άμα θέλει, θα ξεκουνηθεί».

'Ηταν περίεργος ο Κώστας. Δε μίλαγε πολύ. Φόραγε συνέχεια γουόκμαν. 'Ηξερε όλες τις νέες μουσικές τάσεις. Εγραφε σιντί σε όλη την παρέα. Έτσι συντηρούσε την επαφή του με τον κόσμο τους.

Ο δικός του ο κόσμος προσπαθούσε να συγχρονίσει το βήμα του με εκείνο του Άκη. Τον κόσμο του τον λέγαν Μάγια.

Την αγαπούσε από την πρώτη γυμνασίου. Φέτος την είχε στο θρανίο απέναντι μπροστά. Την κοίταζε την ώρα που έγραφαν διαγώνισμα. Λάτρευε τις μέρες που φορούσε την κοντή, πλισέ φουστίτσα. Καμιά φορά τα βλέμματά τους διασταυρώνονταν: όταν εκείνη κοίταζε πίσω, προσπαθώντας να διακρίνει τον Άκη που καθόταν με την παλιοπαρέα γαλαρία.

Μια φορά τον άφησε να της πιάσει το χέρι. Όταν επιστρέφοντας από απογευματινό καφέ περπατάγανε δίπλα στις ράγες, όπως τώρα. «Η τώρα ή ποτέ», είχε πει από μέσα του. Απέξω του δεν είπε τίποτα. Ένιωσε το χέρι της ζεστό, όχι ακριβώς ψόφιο, μια λαβή μάλλον ευγενείας. Την επόμενη μέρα στο σχολείο του είπε καλημέρα, γρήγορα-γρήγορα, και μετά έπιασε την κουβέντα με τη διπλανή της.

Περίεργος ο Κώστας. Σφύριζε κι έπαιζε κουτσό σε αόρατα τετράγωνα στο χώμα. «Θα ρθείς καμια φορά, ρε μαλάκα;». Σπίτι κλεινόταν στο δωμάτιό του. Η μάνα του του έφερνε πορτοκαλάδα για να τον βλέπει και λιγάκι. Δεν είχε λόγους ν’ ανησυχεί, κατά τ’ άλλα. Ο Κώστας ήταν άριστος μαθητής.

Ο Γιώργος κοίταζε τη Στέλλα κι εκείνη κοίταζε τον Γιώργο. Φούρναρης ο μπαμπάς του Γιώργου, με λεφτά. Καλό κορίτσι η Στέλλα, με γονείς νοικοκυραίους. Μέλλον εξασφαλισμένο. Θα ‘καναν δύο και τρία παιδιά και θα τα στέλνανε φροντιστήρια και μπαλέτο. Εξωτερικό για σπουδές. Η Στέλλα ροδοκόκκινη και στρουμπουλή πίσω απ΄το ταμείο κι ο Γιώργος να μοιράζει κάθε ψωμί με αστείο. Κάθε βράδυ, θα του έτριβε τα πόδια.

Ο Άκης κοίταζε μπροστά και η Μάγια κοίταζε τον Άκη. Ο Άκης θα έκανε οτιδήποτε. Η τίποτα απολύτως. Θα μπορούσε να γίνει μέχρι και πολιτικός. Η αλήτης, να ρητορεύει στον τοίχο. Μπορεί και να τον κάνανε τραγούδι. Δεν πλήττει η ζωή ποτέ με τύπους σαν τον Άκη.

Η Μάγια. Η Μάγια.

«Ρε, τι ειν’ αυτό, σκυλί;»

Ήταν της σκύλας του Διομήδη που έμενε πιο κάτω. Ο Διομήδης ήταν για τα σίδερα. Είχε ορμήξει με την καραμπίνα μες στο καφενείο τις προάλλες «Ποιος πούστης γκάστρωσε την κόρη μου;». Η σκύλα του ήταν βέρο γερμανικό ποιμενικό. Για να την αγοράσει, είχε δώσει του κόσμου τα λεφτά. Μέχρι στην πρωτεύουσα την πήγε για να τη διασταυρώσει. Κι όμως όλα τα κουτάβια της γέννας βγήκανε με μύτη σουβλερή. Οι συμφορές της ζωής του Διομήδη, οι αδέσποτοι που πέρναγαν τα συρματοπλέγματα και γκαστρώνανε, κόρες και σκύλες μαζί.

«Αχου, καλέ, τι γλυκούλι που είναι!»
«Τι κάνει το μαλακισμένο στις ράγες; Έρχεται το τρένο!».
«Αχ, κάποιος να το πάρει από κει!»
«Ε, σκυλάκι! Ψιτ, ψιτ!»

Ο Γιώργος κοίταξε τη Στέλλα. Η Στέλλα κοίταξε τον Γιώργο. Η Μάγια κοίταξε τον Άκη. Ο Άκης κοιτούσε το κουτάβι. Ο κύβος ερρίφθη.

Δε βιάστηκε ούτε και τότε. Βαριεστημένα, νωχελικά κατέβηκε ο Κώστας την πλαγιά. Πλησίασε το κουτάβι και το πήρε αγκαλιά. Εκείνο κουλουριάστηκε στο χέρι του σαν χνουδωτή, καφέ μπαλίτσα. «Τί είναι μωρέ, τί είναι;», του έκανε τρυφερά, με μωρουδίστικη φωνή. Τίναξε μια τρίχα που του κόλλησε στην μπλούζα.

«Μαλάκα, το τρένο, φύγε!!!»

Περίεργος ο Κώστας. Δεν κοίταξε ούτε μια φορά πάνω, να δει στα μάτια της τον τρόμο, την έγνοια της. Τέτοιες νίκες, δεν τις ήθελε.

Η ζωή του είχε γράψει να γίνει συγγραφέας. Θα γινόταν πετυχημένος, παραδόξως. Θα έκανε ταξίδια, θα τον καλούσαν σε διαλέξεις. Δε θα πήγαινε επικαλούμενος αγοραφοβία. Θα έγραφε ξορκίζοντας το φάντασμα της Μάγιας, που θα έλιωνε σιγά σιγά σαν το κερί δίπλα σε σύζυγο αναγκαίο, διαβάζοντας ρομάντζα με ήρωα έναν Άκη. Και θα λιωνε κι αυτός μέσα στην επιτυχία και στον κυνισμό του. Αυτήν δεν θα μπορούσε να τη σώσει απ΄το μέλλον της. Τον εαυτό του όμως, ναι.

Έτσι ο Κώστας ο περίεργος, ο Κώστας ο αμίλητος, έγινε κυρίαρχος του πεπρωμένου του, όταν στάθηκε πάνω στις ράγες περιμένοντας ακίνητος. Μόλις που πρόλαβε ν’ ακούσει το κλαψούρισμα του κουταβιού που πέταξε τελευταία στιγμή στην άκρη.

Για μενα

Αρχειο