Jul 4, 2007

Ο από μηχανής Θεός

Κρατούσε την κοιλιά και την ανάσα της και το μάγουλο ακουμπισμένο στο τζάμι. Είχε ησυχάσει τώρα και κοίταζε έξω με μάτια θολά - ή θολό ήταν το τζάμι, εκεί που έβαφε το χνώτο κι ακόμα δεν αποφάσιζε να γράψει.

Είχε ένα σφίξιμο και τα φώτα του μπροστινού τον τύφλωναν. Τον έσερνε καροτσάκι τα τελευταία πέντε χιλιόμετρα, πεισματικά να τον κρατήσει παρέα, σα να φοβόταν τη νύχτα και τη βροχή. «Κουνήσου ρε μαλάκα», ψιθύρισε από συνήθεια, σχεδόν μ’ ευγνωμοσύνη - απόψε είχε σφίξιμο, δεν ήθελε με τίποτα να φτάσει.
Μακάρι να μπορούσε να κοιμηθεί. Να μην άκουγε το «τέρας», τα βήματά του στα πετραδάκια, για πρώτη φορά θ’ αναγκαζόταν να χτυπήσει το κουδούνι και …θα ξυπνούσε για να του ανοίξει; Η θα τον άφηνε να περιμένει στη βροχή; Κι αυτός; Θα περίμενε; Θα έφευγε; Θα έμπαινε μέσα από τον τοίχο; Δεν ήθελε ν’ αποφασίσει αυτή. O, τι ήθελε αυτός. Ο,τι ήθελε ο Θεός.

Η μηχανή μούγκρισε όπως το φορτηγό ανέβαινε την ανηφόρα και τον έκανε να τιναχτεί. "Τέρας" την έλεγε εκείνη, μουλωχτή κι αλλοπρόσαλλη. Κι όμως τον οδηγούσε με ασφάλεια - ο μπροστινός είχε ξαφνικά εξαφανιστεί - με τυφλή εμπιστοσύνη θαρρείς, γιατί δεν ήξερε, ακόμα δεν είχε καταλάβει.
O,τι ήθελε ο Θεός, γιατί είχε πάντα της μέλη άτσαλα, μυρμηγκιασμένα απ΄το φόβο κι άφηνε να την αρπάνε απ΄το χεράκι, απ΄τα μαλλιά, απ' όπου είχαν ευχαρίστηση, μέχρι που τη βρήκε ο γέρος, την έντυσε με νυφικό και την έμπασε με προσοχή απ΄το παράθυρο. Δυο γυναίκες έσπασαν στα χέρια του, κι αυτές τις είχε μπάσει απ΄την πόρτα, δε θα ‘κανε ξανά το ίδιο λάθος.

Καλύτερα. Ήθελε να της το φέρει γλυκά. Ήταν η συντρόφισσά του στο δρόμο, στα ταξίδια και κάτι παραπάνω. Ήταν το σώμα του, ήταν τα πόδια του, η καρδιά ενός κενταύρου. Κανείς δεν καταλάβαινε. "Γιατί δεν την αλλάζεις τη ρημάδα; Άκου την πως σκούζει". Καλύτερα όμως. Αν τους μαρτύραγε πως ήταν ζωντανή η μηχανή, θα τον κλείνανε μέσα, σαν την Μυρτώ που ξήλωνε τα κεραμίδια από τις στέγες. Καλύτερα.
Λάθη θα έκανε μονάχα αυτή. Που ήταν δεκαεννιά χρονών, που ανατρίχιασε, τότε που ήρθε να του πάρει "λίγο τα μαλλιά στο σβέρκο", ήταν το κουρείο στην είσοδο του χωριού κι αυτός περαστικός κι ο γέρος έλειπε στην πόλη.

Ο κόσμος. Καλά τον είχε ξεφορτωθεί. Καλά είχε μάθει να παριστάνει τον μουγκό, τον χαζό, τον απροσάρμοστο. Μετά δε χρειαζόταν καν. Εκδρομαί-μεταφοραί, κι όλους τους έγραψε στις ρόδες του, μόνο κάτι παντρεμένες, κάτι χήρες, δεν ξεγελιόνταν εύκολα αυτές. "Μετακομίζω, έλα", "να φορτώσουμε τα παλιά έπιπλα", "θα με πας Θεσσαλονίκη;" και πήγαινε, και κάθε φορά η ρόμπα όλο ανέβαινε ή κατέβαινε…
Και ήρθε. Και ξαναήρθε. Να του πάρει λίγο τα μαλλιά και κάθε φορά κάτι μέσα της πετάριζε, και κάτι μέσα της κρεμόταν ετοιμόρροπο, και κοίταζε τα χέρια του αν ήταν δυνατά να το κρατήσουν

...βυζιά σαθρά και μπούτια σα μυγοπαγίδες, κολλούσαν σπέρμα και ιδρώτα, μα πάντα τα κατάφερνε και ξέφευγε, η μηχανή του έδινε το σύνθημα. Πάντοτε ξέφευγε, έξω από κείνη τη φορά που...
...και πάλι έλειπε ο άντρας της και πέρασε τα χέρια μέσα απ΄τα μαλλιά του. Μόλις του τα είχε στρώσει. "Τί κάνεις;" της είπε, δεν ήξερε να πει, της άρπαξε το χέρι και της τόστριψε, και τότε λύγισε, κι έπεσε ολόκληρη στα χέρια του

…και να ‘θελε να την αφήσει δε μπόραγε, ήταν σκληρό το πάτωμα, χίλια κομμάτια θα γινόταν αν την άφηνε, κι από τότε έφευγε απ' το κουρείο του χωριού κοιτάζοντας κλεφτά τριγύρω και κουβαλώντας την στην τσέπη…
σε ξενοδοχεία, παραλίες, στο κατώι, κάθε Τρίτη που ο άντρας της έλειπε στην πόλη. Την έγδυνε, τη ζύμωνε με βιαστικές πνοές, της έμαθε να κινεί τα χέρια και τα πόδια, τόσο ώστε να ανακόβει την ορμή του όταν κόντευε να την κομματιάσει...

…από λύπηση; από αγάπη; μα ποιος μπορεί να ξέρει με σιγουριά; Η που παρίστανε τον χαζό για τόσο καιρό, που στο τέλος έγινε στ’ αλήθεια.
…και τους έβρισκε το ξημέρωμα στο δρόμο να οδηγούνε πίσω σαν τρελοί. Το «τέρας» ζήλευε, εκείνη το ‘χε καταλάβει. Πόσες φορές τους χάλασε το φορτηγό ακριβώς έξω απ΄το χωριό κι εκείνη αναγκάστηκε να κάνει το δρόμο με τα πόδια. Όταν εκάναν έρωτα στο πίσω κάθισμα ακούγονταν η μηχανή να κλαίει.

Καμιά φορά της έλεγε να τα αφήσει όλα και να φύγουνε μαζί. Συνήθως όταν πήγαιναν στην Αθήνα, στο γιατρό, για να ρίξει τα μωρά του. Εκείνη κρατούσε την κοιλιά της και το βλέμμα στυλωμένο μπροστά και δε μίλαγε. Ήταν ευτυχία που δε μίλαγε. Στο γυρισμό δεν έλεγε τίποτα κι αυτός.
Δεν πήγαινε να τον κλέψει απ΄το σώμα του. Με έναν άντρα θα έφευγε, ναι, όχι όμως με έναν κένταυρο. Φοβόταν να αντικρύσει τα μωρά του και δε μίλαγε. Να ‘χαν ποδαράκια, ή τροχούς; Μέσα τους χτύπαγε καρδιά ή μηχανή; Θα ‘βλεπε το βλέμμα της στα μάτια τους ή θα έβλεπε το τέρας θριαμβεύτρια; Τα ‘ριχνε και δε μίλαγε.

Και πέρναγε ο καιρός. Έχασαν το μέτρημα στα χρόνια, στα μωρά, γίνωνε η σάρκα της, κι ήταν λύπη
Γίνωναν οι Τρίτες στο παράθυρο που κάποτε κρατούσε την καρδιά της μη χτυπά

μόνο το τραγούδι της μηχανής του έδινε ρυθμό να συνεχίζει
μόνο που σήμερα δεν άντεξε

«Είμαι πάλι έγκυος. Θα το κρατήσω»
του είπε

Και πήγαινε τώρα να τη βρει και να την πάρει. Σαν χρέος που άφησε απλήρωτο, σαν κάτι που έπρεπε να γίνει
Μα δεν απόσωσε…

Τις Τρίτες δε θα κρύβονται σαν κυνηγημένοι. Θα πηγαίνουνε στην παραλία να φάνε ψάρι. Θα παρκάρουνε το φορτηγό στην άμμο κι εκείνη θα φοράει τα καλά της, όπως οι καθώς πρέπει κυρίες που πάνε να φάνε ψάρι Τρίτη μεσημέρι με τον πρώην αγαπητικό…

Χρόνια ξερίζωνε τα σπλάχνα της, κι ο γέρος ήξερε, μα δε μιλούσε. Τώρα του όφειλε κι αυτή. Το παιδί ενός κενταύρου μόνο είχε. Για τις Τρίτες που φρόντιζε διακριτικά να λείπει

…σαν οικογένεια…
από αγάπη.

…σαν εφιάλτης.
Κι τώρα ερχόταν εκείνος να την πάρει.

Μακάρι να μην έφτανε ποτέ.
Μακάρι να μην έφτανε ποτέ.

Δεν κατάλαβε πώς έφυγε απ΄το δρόμο…
Δεν κατάλαβε για πότε τελικά κοιμήθηκε

…κι έπεσε στη χαράδρα
Δε θα τη βάραινε το καθήκον κανενός…

Και άκουγε τη μηχανή να τραγουδά ένα νανούρισμα.
…μόνο μια ανάμνηση τροχών τα πρωινά της Τρίτης.

Άρα εκείνη δεν ήταν που τον έσωζε πάντα;

25 comments:

Lex_Luthor06 said...

καιρο ειχες να γράψεις κατι οχι φανταστικό ε;

Εξαιρετικο

(ωραιο και το καλοκαιρινο look)

αμμος said...

Σκληρό κι όμορφο, νομίζω ότι θέλει και τρίτο διάβασμα.

Να χαιρετίσω ανακουφισμένος την αλλαγή σε άσπρο φόντο, τα λυπήθηκες τα ματάκια μας επιτέλους.

Πέραν τούτου, πέρνα μια βόλτα από το μπλογκ μου, να δεις πώς με ενέπνευσες.

renton said...

Ευχαριστώ πολύ παιδιά!

Tanila said...

Δηλαδή το ηθικό δίδαγμα είναι ότι τα παιδιά σκοτώνουν;
Τσ τσ τσ... κακιασμένη άτεκνη που θα μείνεις στο ράφι και τα λες αυτά από τη ζήλεια σου.

renton said...

Δε θα με αποκαταστήσεις αγαπούλα; Το κοινόβιό μας; Τα γατιά μας; Τα όνειρα που κάναμε;

Χικ

confused said...

right to the point :)

Σωκράτης Ξένος said...

Ετούτο το μελάνι σύννεφο που γράφει
τ` αγγελικό
ανεβοκατεβαίνει στους ανθρώπους
δρομολόγιο βαθύ των δακτύλων του

Καλό σου καλοκαίρι, Αγγελικούλα

Fight Back said...

το παλευω μερες.
μολις τωρα καταφερα να το τελειωσω και ανατριχιασα. μοναδικο.

με γεια και το νεο λουκ.

Tanila said...

Ηρέμησε, σου έχω πει ότι και τους άλλους 2 τους έφαγε η μαρμάγκα.
Δε παντρεύομαι εγω, δε παντρευομαι
Δε παντρεύομαι εγω, δε σοβαρεύομαι.
Θα σε έχω ατιμασμένη στην παρανομία.

renton said...

@ confused: πλατύ χαμόγελο

@ Σωκράτη - τί έκπληξη! - με τα πάντα ξεχωριστά σχόλια: σε ευχαριστώ πολύ, καλές διακοπές και σ' εσένα!(Ελλάδα ή ...;)

@ να σαι καλά φιχτμπάχιε!

@ αγαπούλα:
Ας είναι κι έτσι
θα σ' αγαπάω
χώρια σου δε μπορώ
και ας πονάω
Ας είναι κι έτσι
χτύπα αντέχω
φτάνει στο πλάϊ μου
πάντα να σ' έχω

Ο λατρεμένος μας Μπουγάς με κάλυψε νομίζω.

quartier libre said...

χαίρομαι πάντα σαν έρχομαι εδώ.

θυμάσαι άλλοτε, κάτι κουβέντες που κάναμε, "περί αθωότητος";

τη φιλία μου!

Αιολος said...

Τα φιλιά μου. Είμαι καιρό χαμένος. Ξέρω εγω.

Finally_Connected said...

ωπ! κοιτα να δεις... λιγο ελλειψα και να τσουπ! να σου ενα κειμενο πολυ διαφορετικο!
--μπούτια-παγίδες, να κολλάνε σπέρμα και ιδρώτα--
καλημερα

Weaver said...

Άκρως ποιητικό κείμενο. Την καλημέρα μου.

renton said...

@quartier. Πώς δε θυμάμαι. Σήμερα μάλιστα τις θυμήθηκα περισσότερο από ποτέ με κάποια αφορμή.

@αίολε, ευτυχώς λοιπόν που σταμάτησε η άπνοια, έστω και προσωρινά (smile)

@finally connected: είμαστε κατά της πλήξης!

@weaver: την καλησπέρα και την ευχαριστία μου για το σχόλιο που με χαροποίησε.

Tanila said...

O ξιπολυτος και η κολοκυθα κανονιζουν κουαρτετο με μενα και τον Μπιλλη. Θες να ερθεις;

renton said...

Σεξουαλικό;

Κι εγώ τί θα κάνω ρε όργια που θα περισσεύω; Θα κρατάω τα πρακτικά;

Tanila said...

Όλο και κατι θα βρούμε να κρατάς.

vangelakas said...

Άσχετο:

Τί κάνετε;

renton said...

Σε φανταζόμαστε με την pina colada και σκάμε απ΄το κακό μας.

Χαίρετε!

vangelakas said...

Σνίφ... Ούτε μπαγιάτικο ούζο δέν παίζει...

Άγνωστη said...

Φοβερό κείμενο... τόσα νοήματα, πρέπει να το ξαναδιαβάσω!

abttha said...

υπέροχο κείμενο, πολύ αληθινό.

renton said...

άγνωστη, abttha, να 'στε καλά.

abttha said...
This comment has been removed by the author.