Sep 17, 2007

Το καταραμένο σπίτι

Κόλλησε το πρόσωπό του στο τζάμι, ακριβώς δίπλα από το ενοικιαστήριο. Κοίταξε τη μαρμάρινη σκάλα της εισόδου, πλαισιωμένη με φίκους, δεξιά κι αριστερά. Ύστερα πήγε στο ψιλικατζίδικο δίπλα.

Ο ψιλικατζής τσακωνόταν στο τηλέφωνο με προμηθευτή για μια χαλασμένη παρτίδα γλυκά. Ο Α. ξεφύλλισε για λίγο τις εφημερίδες. Διάλεξε μια αθλητική. «Δε μου πες πώς χρειάζονταν ψυγείο!» - η συνδιάλεξη έληξε με το μπαμ του ακουστικού.

«Συγνώμη. Ξέρετε για το διαμέρισμα δίπλα που ενοικιάζεται;»

Ο ψιλικατζής τον κοίταξε. «Κάπως», του φάνηκε. Μετά ανασήκωσε τους ώμους. Σάμπως τι δουλειά είχε αυτός να ανακατευτεί;

“Ρωτήστε δίπλα στον φούρνο. Θα σας δώσουν και τα κλειδιά. Ένα ευρώ». Ο Α. πήρε την εφημερίδα του κι έφυγε.

Η φουρνάρισσα ήταν ευτυχώς λαλίστατη. Ήταν βέβαια παλιά η πολυκατοικία, τέλη ’60 – αρχές ’70, αλλά το διαμέρισμα ήταν σε κατάσταση αρίστη, υδραυλικά, τα πάντα. Το είχαν μάλιστα ανακαινίσει – η πολυκατοικία ανήκε στην Εκκλησία – είχαν φρεσκάρει τους τοίχους, είχαν ξηλώσει το ξύλινο πάτωμα κι έβαλαν πλακάκια, είχαν αντικαταστήσει τα παλιά παντζούρια με συρόμενα και τζαμόπορτα. Και φυσικά ήταν ρετιρέ, διαμπερές, 120 τ.μ..

«Ο,τι πρέπει για μια οικογένεια!»
«Για μένα το θέλω», απάντησε ο Α. και ήταν η σειρά της να τον κοιτάξει «κάπως».

«Άννα», σκούντηξε την κόρη της, «δώσε τα κλειδιά στον κύριο». Η μικρή χασομέρησε αρκετή ώρα ψαχουλεύοντας τα συρτάρια πίσω απ΄τον πάγκο. Του φάνηκε επίτηδες. Κι επειδή η μητέρα της είχε πάει μέσα να ξεφουρνίσει, πρόλαβε και του σφύριξε «Κύριε, μην πάτε εκεί».

Έκανε για καλή νεράιδα. Ήταν από κείνα τα όμορφα κοριτσάκια που λες θα μεγαλώσουν και θα καίνε καρδιές. «Γιατί Αννούλα;»

«Γιατί…είναι κακό!» είπε και δαγκώθηκε, είχε γυρίσει η μαμά της κι είχε πιάσει να αραδιάζει στις προθήκες τα καρβέλια με το προζύμι που ανέδιδαν θεία ευωδιά.

*****

Ο Α. ξεκλείδωσε την εξώπορτα. Όλοι είχαν αλλάξει στη γειτονιά, τα καταστήματα, οι άνθρωποι, όμως η πολυκατοικία είχε μείνει ίδια κι απαράλλακτη με τότε.

Ανέβηκε βαριά, τελετουργικά, θα ‘λεγε κανείς, τη σκάλα της εισόδου, όπως τότε που ήταν μαθητής και τον βάραινε η γεμάτη σάκα στην πλάτη. Το ασανσέρ, το αστείο κουμπί κλήσης που προεξείχε απ΄το γκρίζο πλαίσιο, κόκκινο σαν καραμέλα για τον λαιμό, όλα τα ίδια.

Κάλεσε έκτο.

Μπορεί να είχαν ανακαινίσει το διαμέρισμα, ήταν όμως η ίδια πόρτα που τον καλωσόρισε. Όχι άλλη, ασφαλείας, η ίδια παλιά πόρτα βαμμένη στο χρώμα της κερασιάς και φαγωμένη στις άκρες. Τότε ήταν που το συνειδητοποίησε για τα καλά πως είχε γυρίσει σπίτι.

Στο χωλ είχαν, θυμόταν, μια σταυρωτή κρεμάστρα για τα παλτά, ξύλινη. Θα ‘βρισκε μια ίδια οπωσδήποτε. Η μυρωδιά του σπιτιού είχε αλλάξει, φυσικά. Όμως αυτό με τον καιρό θα διορθωνόταν.

Στην παιδική κρεβατοκάμαρα δεν ήταν πια ο Μίκυ Μάους που είχε ζωγραφίσει η μαμά με τέμπερα στον τοίχο. Ήταν τόσο μικρή η κάμαρα αυτή, μόλις που χωρούσε μια κουκέτα, γι’ αυτόν και τον αδελφό του, κι ένα γραφειάκι για να μελετούν. Ηταν όμως ό,τι έπρεπε για το κρεβατάκι του νηπίου των επόμενων ενοικιαστών. Ένα ευτυχισμένο ζευγάρι, δάσκαλοι και οι δύο, νέα παιδιά με όνειρα, όνειρα που θρυμματίστηκαν ένα μεσημέρι του Σαββάτου που αντίκρυσαν το αγοράκι τους μελανό, με ένα κουλουράκι κανέλα – μα πώς το βρήκε; - σφηνωμένο στον οισοφάγο. Και δεν μπορούσαν πια να μείνουν εκεί. Η νεαρή δασκάλα έβλεπε το άδειο πια δωμάτιο και πάθαινε κρίσεις, έπεφτε χάμω στο πάτωμα και χτυπιόταν.

Δεξιά ήταν το σαλόνι, το αλλοτινό βασίλειό του. Εκεί είχαν τη μεγάλη δρύινη βιβλιοθήκη κι ο Α. κατέβαζε την εγκυκλοπαίδεια, τα ιστορικά βιβλία του μπαμπά, τα άνοιγε απάνω στο χαλί και διάβαζε. Αλλα τα καταλάβαινε, άλλα πάλι όχι. Τα μαθήματα του σχολείου δεν τον ενδιέφεραν, αλλά ήταν απ΄τους καλύτερους μαθητές. «Παιδί με πλούτο γνώσεων» έλεγε η δασκάλα στη μαμά στον έλεγχο.

Στο σαλόνι συνέβη ξανά. Μετά το ζευγάρι των δασκάλων, είχαν έρθει ένας ναυτικός με τη γυναίκα του. Αυτοί πότε τα πήγαιναν καλά, πότε όχι. Καλά τα πήγαιναν συνήθως όταν ο άντρας έλειπε ταξίδι. Κάποιο βράδυ είχε γυρίσει, κι αυτή κάτι του είπε, ποιος ξέρει - «με απατούσε κύριε δικαστά, μα την αγαπούσα, δεν ήθελα να τη σκοτώσω» αργότερα θα απολογούνταν - και της έφερε στο κεφάλι ένα μπρούτζινο αγαλματίδιο Μαορί πολεμιστή που μόλις είχε βγάλει απ΄τη βαλίτσα. Δεν του άρεσε καθόλου που το αγόρασε και τον βάραινε στην επιστροφή, αλλά ήξερε πως ήταν ήταν του γούστου της κάτι τέτοια.

Ο Α. επιθεώρησε την κουζίνα. Είχαν αλλάξει τα παλιά ντουλάπια με άλλα από βακελίτη. Το χρώμα τον ικανοποίησε, ευτυχώς. Αλλιώς θα έπρεπε να τα ξηλώσει.

Όταν έφτασε στην κρεβατοκάμαρα των γονέων του, δάκρυσε. Σα να άκουγε ψαλμωδίες αγγέλων. Στο μεγάλο κρεβάτι την άραζαν με τον αδελφό του, τα μεσημέρια της Κυριακής, και πλακώνονταν στις κλωτσιές, έτσι, για πλάκα. Εκεί είχαν το βίντεο, έβλεπαν Λούκυ Λουκ, το «Νησί των Θησαυρών» πάνω από πέντε φορές, και φανταζόταν πως μπάρκαρε σε πλοίο κι έφευγε σε μέρη μακρινά. «Μα ούτε κολύμπι δεν ξέρεις ρε βλάκα» και νάσου ο νέος γύρος από κλωτσιές. Εκεί είδε κρυφά τις πρώτες τσόντες, εκεί ξεκοίλιασε κλαίγοντας την κασέτα με τα σλόου, όταν η Ειρήνη, ο έρωτας της πέμπτης δημοτικού, δεν ήρθε στο αποκριάτικο πάρτυ του. Και κούρδιζε και ξανακούρδιζε το μουσικό κουτί, εκείνο το πρασινοδιάφανο που φύλαγε η μαμά στην τουαλέτα της, εκείνο που αγαπούσε πιότερο, με τη λυπητερή μελωδία. Ίδια με τη μουσική των αγγέλων.

Και τέλος ήταν το μπάνιο. Πόσο μικρό κι αυτό στα μάτια του. Κι όμως τον είχε χωρέσει μια χαρά η μπανιέρα, εκείνον τον βασανισμένο ποιητή, τον τελευταίο ένοικο του διαμερίσματος, μα μ’ αυτόν δεν παραξενεύτηκε κανείς, ήταν οπωσδήποτε «λοξός», εκείνη τη νύχτα που έσκισε αριστοτεχνικά τις φλέβες του, με συνοδεία Σούμπερτ απ΄το κασετοφωνάκι και στικ λιβανέζικο με άρωμα σανδαλόξυλου. «Μην ενοχλείτε τον μπαμπά, συγκεντρώνεται» έλεγε η γυναίκα του στα παιδιά που κατουριόνταν, και τον βρήκαν το πρωί, ο γιος ο μεγάλος που όλη νύχτα σηκωνόταν και ξαλάφρωνε στη γλάστρα. Είχε προχωρήσει η ακαμψία και για να τον βγάλουνε απ΄τη μπανιέρα κάνανε αμάν.

Το σπίτι είχε κρατήσει την υπόσχεσή του. Το νήπιο, η γυναίκα, ο ποιητής, ήταν αναγκαίες απώλειες. Εννοείται ότι μετά τον τελευταίο θάνατο, κανείς δεν ήθελε πια να το νοικιάσει. Και να μην ήξεραν οι υποψήφιοι ενοικιαστές, μάθαιναν από τους γύρω ένοικους: «Το διαμέρισμα αυτό έχει κατάρα». Ο Α. ήξερε καλύτερα.

Γιατί όταν μεγάλωσε κι ήρθαν τα δίδυμα, και οι γονείς του αναγκάστηκαν να βρουν καινούργιο σπίτι, μεγαλύτερο, σε άλλη περιοχή, ο Α. κουβαλώντας την τελευταία κούτα και μέσα απ΄τ' αναφιλητά του, ορκίστηκε πως κάποτε θα γύριζε πίσω, στο σπίτι της ευτυχισμένης παιδικής του ηλικίας. Και το σπίτι ορκίστηκε πως θα ‘ταν άδειο να τον υποδεχτεί.

«Όμορφο, αγαπημένο σπίτι». Ο Α. χάιδεψε τον τοίχο κι εκείνος ρίγησε σαν νύφη ντροπαλή, που υποδέχεται τον άντρα με υποσχέσεις θαλπωρής.

13 comments:

Lex_Luthor06 said...

back in black λοιπόν

πολύ το φχαρηστήθηκα το κείμενο αυτό και το ανά διαστήματα θανατηκο του, που ανανέωνε το ενδιαφέρον και σε καθηλωνε.

Κολοκύθι said...

O A μάλλον είναι από τους τύπους που περπατώντας μαδάει μαργαρίτες χωρίς να βάζει ονόματα, μόνο για την ευχαρίστηση.

Πολύ δυνατό.

passion said...

Ένα διήγημα γεμάτο σασπένς που μου
κράτησε συντροφιά μια απ' τις νύ-
χτες που ξενυχτώ μπροστά στα blogs.
Χαίρομαι ιδιαίτερα που το πρώτο σχόλιο στο blog μου το πήρα από σένα...

Fight Back said...

χτιζεται σιγα ενα σασπενς που αυξανεται παραλληλα με το ενδιαφερον για το καταραμενο διαμερισμα. φόνοι αθωων ενοικιαστων καταληγουν σε ενα συναισθηματικο φιναλε παραφυσικης συνδεσης ανθρωπου με χωρο.

η συνδεση αυτη ειναι δυνατη, το ξερει οποιος μετακομισε απο το σπιτι που μεγαλωσε. αρα πολυ ομορφο το θεμα του κειμενου.

δεν μ'αρεσουν οι περιγραφες τυπου "τα καρβέλια με το προζύμι που ανέδιδαν θεία ευωδιά", εσυ ομως ξερεις καλυτερα - απλα το αναφερω.

επισης γιατι Α. κι οχι καποιο ονομα?

Αιολος said...

Κάθε φορά που θα' ρθεις βρέχει, τα σχόλια εν καιρώ. Τώρα πίνω καφέ και συντάσσω.
:)

Tanila said...

Α. ε; Όπως Αγγελική;
Τέσπα, δεν έχει σημασία. Τώρα τελευταία ανακάλυψα ένα καινούριο τραγούδι που μ'αρέσει. Και χτες έμαθα τίτλο και τραγουδιστή. Το "στοιχειωμένο σπίτι" του Παύλου Παυλίδη.
(αυτό με το ρεφρέν "έχει γεμίσει ο πόνος τους καθρέφτες του σημάδια/
έχει γεμίσει ο χρόνος τα θεμέλια δυναμίτη")

renton said...

Ναι ρε τανίλα. Α, όπως Αγγελική.

Πήγα την περασμένη Κυριακή να ψηφίσω στο σχολείο πίσω από το παλιό μου σπίτι στον Πειραιά. Κάθε τέσσερα χρόνια περνάω από κει και κοιτάω σα μαλάκας το κουδούνι, να δώ αν είναι ενοικιασμένο ή όχι (λες και υπάρχει καμιά περίπτωση να νοικιάσω τριάρι, το χαμένο κορμί) κι ενώ κάθε φορά έβλεπα το κουδούνι άγραφο και χαιρόμουν, τώρα είδα ένα όνομα που απ΄το σοκ δε θυμάμαι ούτε ποιό ήταν.

Τόλμησαν να νοικιάσουν το δικό ΜΟΥ σπίτι οι αλήτες! Μετά γεννήθηκε η ιστορία.

Δέχομαι συλληπητήρια, περαστικά κλπ. Και ευχαριστώ όλους σας για τα όμορφα σχόλια.

Tanila said...

Δυστυχώς μπορώ να σε συλληπηθω αλλά όχι να σε καταλάβω.
Και τα 2 σπίτι που μεγάλωσα μου ανήκουν πια.
(Ki εγώ νομίζω κάπου ως Α. έγραφα)

renton said...

Κι εγώ έχω Lada. Με παντρεύεσαι;

Eίναι Niva, υπόψην.

Tanila said...

Δε μπορώ. Παντρεύομαι άλλη.

φεγγαραγκαλιες said...

ξερεις ποσο καιρο εχω να διαβασω κατι τοσο ομορφο;;

renton said...

Να 'στε καλά.

passion said...

To παλιό σου σπίτι... Είναι απί-
στευτο, αλλά θυμάμαι τη διεύθυνση.
Μόνο αυτή και του δικού μου πα-
λιού σπιτιού. Μια γλυκιά ξεθωρια- σμένη μνήμη...