Feb 24, 2014

Κουρτίνα δύο

Καθώς άνοιξε την πόρτα του μπάνιου, τη χτύπησε η ανάμνηση στα μούτρα, ταυτόχρονα με τη μπόχα από τις πάνες. Ας όψεται η βλακεία της  και το πνεύμα οικονομίας, να περιμένει να ξεχειλίσει η σακούλα απ΄τα χεσμένα προτού την πετάξει στον κάδο.

Μέχρι τώρα, τα είχε καταφέρει να κρατάει την ανάμνηση μακριά. Κάποιοι νεότεροι, πιο αθώοι, πιο ιδεαλιστές, συμβιβαστικοί και χέστηδες επιδιώκουν να συμφιλιώνουν το παρόν με το μέλλον. Είναι αυτοί που θέλουν να τα έχουν καλά με όλους, με φίλους, με παλιούς εχθρούς, με τη συνείδησή τους. Εκείνη δεν τα θέλει αυτά. Στο σούπερ μάρκετ, όταν πάει να ψωνίσει πάνες, αποφεύγει να στρέψει το βλέμμα της αριστερότερα στο ράφι, εκεί που βρίσκονται οι πάνες ακράτειας. Τα καλά ρούχα της μάνας, τα σερβίτσια, τις φλοκάτες και τους τσελεμεντέδες τα χάρισε στους φτωχούς, τα μοίρασε ή τα πέταξε. Τίποτα δεν κράτησε, μόνο ένα τηλεφώνημα περιμένει, κάποιον να της πει πως η μάνα πέθανε, να πάει να παραλάβει τη σορό της.

Μάνες δεσποτικές. Μάνες πονηρές που χειραγωγούν. Μανούλες ενδοτικές. Μάνες ζηλόφθονες κι εκδικητικές, μάνες αδιάφορες. Πολλά δράματα μπορεί να επικαλεστεί ή και να κατασκευάσει κανείς πάνω σε αυτά τα μοτίβα. Εκείνη δεν έχει άσχημες αναμνήσεις απ΄τη μητέρα της. Τους φρόντιζε, τους τάιζε, τους νουθετούσε. Τους απειλούσε πως όταν έρθει ο μπαμπάς θα του μαρτυρούσε τις αταξίες τους κι έμπαινε στη μέση κάθε που ο μπαμπάς τους μοίραζε σφαλιάρες. Μετά το μπάνιο τους φορούσε εσώρουχα ζεσταμένα στο καλοριφέρ. Γκρίνιαζε στον μπαμπά πως τα κακομάθαινε που όλο τους αγόραζε παιχνίδια, εκείνη όμως, κάπου τρεις φορές το χρόνο, τα έπαιρνε τα παιδιά στου Μούγιερ και τους ψώνιζε τα πιο ακριβά παπούτσια.

Βλακεία, γυφτιά, μιζέρια και βρωμιά, επαναλάμβανε στον εαυτό της, καθώς σβούριζε τη σακούλα μες στον κάδο. Λες και δε μπούχτισε τόσα χρόνια από κάτουρο και σκατό, κάτουρο στα υφασμάτινα πανιά, κάτουρο στις πάνες της ακράτειας, κάτουρο στα πατώματα, κάτουρο στα χέρια της καθώς έχωνε τα λερωμένα πανιά στο πλυντήριο, να τα πλύνει στους 90 βαθμούς να απολυμανθούν.

Τα αδέλφια της είχαν φύγει νωρίς από την οικογενειακή εστία. Ο μεγάλος της αδελφός ξενιτεύτηκε στην Αργεντινή, ο μεσαίος παντρεύτηκε στα 24, έμεινε εκείνη με τους γονείς. Διέπρεψε επαγγελματικά, πάντα της ήταν σοβαρή, συστηματική και φιλόδοξη, έγινε τομεάρχισα. Είχε και κάποιες σχέσεις, ήταν βραχύβιες. Όλα ήταν ομαλά μέχρι τη νύχτα που η μαμά έπαθε το ανεύρυσμα στο κεφάλι.

Κάθε οικογένεια περνάει τέτοιες κρίσεις. Η μαμά χειρουργήθηκε κι έζησε, πλέον όμως υπολειτουργούσε. Χέρια μουδιασμένα, έσερνε τα πόδια της, απέκτησε ακράτεια. Εκείνη είχε προτείνει στους γονείς της να πάρουν μια γυναίκα για τις δουλειές, να τους βοηθάει. Ο μπαμπάς είχε πει «Μην ανησυχείς, θα αναλάβω εγώ τη μαμά».

Το πρόσωπό της σκίζει ένα κακό χαμόγελο, καθώς κοιτάζεται στον καθρέφτη του ασανσέρ. Πώς η αφιλοκερδής και μονομερής φροντίδα συρρικνώνει τους γύρω. Πώς ο πατέρας της εξαργύρωνε κάποιες τύψεις με το να γίνει ο νοσοκόμος της μαμάς. «Τι αγαπημένο ζευγάρι». «Είσαι τυχερή που έχεις τέτοιους γονείς». «Εσύ τι κάνεις γι αυτούς;» ήταν το υπόστρωμα κάθε φράσης.

Κάτι έκανε κι αυτή. Όταν πέθανε ο μπαμπάς. Ο ευχαριστημένος από τις υπηρεσίες της πρόεδρος της εταιρίας, όπου δούλευε, δημιούργησε ειδικά γι αυτήν μια θέση «συμβούλου», ώστε να δουλεύει από το σπίτι και να μπορεί και να φροντίζει την ανήμπορη μαμά. Είδες μαμά; Καλή θέληση να υπάρχει και όλα συνδυάζονται. Η μαμά ήταν καλή ασθενής, με υπομονή και ήξερε να εκτιμά. Ήταν το μωρό που ταχτάριζε και που η ίδια δε θα αποκτούσε ποτέ. Δεν την ένοιαζε κιόλας. Είχε υπάρξει γυναίκα καριέρας, η οικογένεια ήταν εξοβελισμένη στην άκρη του μυαλού της. 

Δε βρίσκει τα κλειδιά της πόρτας του διαμερίσματος. Να τα σβούριξε κι αυτά στον κάδο μαζί με τα σκουπίδια; Όχι, είναι στην άλλη τσέπη της ρόμπας της. Ο μπέμπης της κοιμάται ακόμα στην κούνια του, στρουμπουλός και χορτάτος. Τον κοιτάζει και τα νεύρα της περνούν.

Ήταν μεγάλη η πορεία και τη διένυσε σε απίστευτα σύντομο χρονικό διάστημα. Πότε γνώρισε τον άντρα της και τον ερωτεύτηκε, καβατζωμένα σαράντα τέσσερα, πότε παντρεύτηκαν και γέννησε το γιο τους.  Δεν είχε καλέσει κανέναν συγγενή, ούτε στο δημαρχείο, ούτε στο μαιευτήριο. Μόνο τον μεγάλο της αδελφό θα ήθελε να έχει κοντά της, αλλά αυτός ήταν Αργεντινή. Την κάλεσε στο Skype και της ευχήθηκε, γελούσε ολόκληρος. Με τον δεύτερο δε μιλούν πια τα τελευταία χρόνια.

Από κείνη την ημέρα που τον πήρε τηλέφωνο και του ανακοίνωσε ότι δεν μπορεί να φροντίζει πλέον τη μαμά. Μήπως ήθελε να αναλάβει εκείνος; Ο πανικός του έκανε το καλώδιο ηλεκτροφόρο σύρμα. Πάντα του ανόητος ήταν και κακομαθημένος,  άντρας βολεμένος και μουνάκιας. «Εσύ δεν έχεις υποχρεώσεις και μπορείς να φροντίζεις τη μαμά. Εγώ έχω γυναίκα και παιδιά». «Έχει καλώς», του απάντησε και κοπάνησε το ακουστικό. Το επόμενό της τηλεφώνημα ήταν στον οίκο ευγηρίας.

Τι είχε συμβεί; Τι ήταν εκείνο που την έσπρωξε, εν μια νυκτί, κυριολεκτικά,  προς την κουρτίνα δύο; Που την έβαλε μπρος σε ένα δίλημμα που δεν ήταν δίλημμα, ήταν χρέος, και που δεν ήταν λόγια αγάπης που την ώθησαν στο χρέος αυτό, αλλά λόγια άλλα;

Ήταν οι δυο τους στην κουζίνα και η μαμά έπινε το βραδινό της γάλα. Την κοίταζε που ήταν τυλιγμένη στη γαλαζόγκριζα ρόμπα της, με τα μαλλιά λυμένα και ήταν σα γριά νεράιδα. Είναι ειρωνία που εκείνη τη νύχτα την έβρισκε πιο όμορφη από ποτέ, από τότε που αρρώστησε. Είχε προσπαθήσει να φέρει στο μνημονικό της το νεανικό της πρόσωπο, δεν τα είχε καταφέρει. «Γέρασες, μωρέ μαμά», είπε τρυφερά τη σκέψη της.

Η μάνα της σταμάτησε να πίνει και την κοίταξε.

«Μαζί θα γεράσουμε».

Είναι ειρωνία που δε φτάνει η αγάπη για να δώσει την ώθηση προς μια άλλη ζωή, αλλά τα ταπεινά ένστικτα, η μικροπρέπεια, οι πικρές κουβέντες. Αλλά αυτά τα χαμερπή είναι το πλεονέκτημα των ανθρώπων απέναντι στους αγγέλους. Τελικά.


4 comments:

ΕΛΕΝΗ said...

Αληθινό, νατουραλιστικό θα έλεγα, όντας παράλληλα και βαθιά ανθρώπινο. Μπράβο!

renton said...

Ελένη μου σε ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο και για το ποδαρικό.

seaconfused said...

Μου έφτιαξε η ημέρα που είδα ξανά ανάρτησή σου!

renton said...

θαλασσομπερδεμένη καλά που έγραψες και σε βρήκα...γιατί έψαχνα το προηγ. μπλογκ σου αλλά δεν...σ' ευχαριστώ πολύ!